Παρασκευή 15 Οκτωβρίου 2021

Μαρία Φαραντούρη στο newscenter: «Κάθε βράδυ βλέπω τον Μίκη στον ύπνο μου. Ξυπνώ κάθε 2-3 ώρες…»

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Η κορυφαία ερμηνεύτρια, στην πρώτη της μεγάλη συνέντευξη μετά τον θάνατο του Μίκη Θεοδωράκη, μιλάει για τον παγκόσμιο δημιουργό, τη ζωή της, την καριέρα της, την περιπέτεια της υγείας της στα παιδικά της χρόνια, τον Παύλο Φύσσα, την efood. «Σε προσωπικό επίπεδο, είναι μια τεράστια απώλεια. Ήταν ο πατέρας μου, ο μέντορας μου...» μας λέει... 

Συνέντευξη στη Χρυσούλα Παπαΐωάννου

Ας ξεκινήσουμε με τα ειδησειογραφικά. Η κορυφαία ερμηνεύτρια Μαρία Φαραντούρη ετοιμάζει δύο μουσικές παραστάσεις αφιερωμένες στον Μίκη Θεοδωράκη με τίτλο «Επέστρεφε στην ποίηση» 1η και 2 Οκτωβρίου στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. Ο σπουδαίος ηθοποιός Δημήτρης Καταλειφός θα είναι μαζί της, θα απαγγέλλει στίχους των ακριβών μας ποιητών. Θα συμμετέχει και ο Βασίλης Γισδάκης. Το ρεπερτόριο είναι απάνθισμα στίχων των μεγάλων ποιητών, έτσι όπως τους μελοποίησε κατά κύριο λόγο ο Μίκης Θεοδωράκης αλλά και ο Μάνος Χατζιδάκις. Η Φαραντούρη άλλωστε, πάντοτε αυτό το τραγούδι υπηρέτησε, το υψηλό, το διαχρονικό.

Αυτές οι δύο μουσικές παραστάσεις, αφιερωμένες στον Μίκη Θεοδωράκη, είναι φόρος τιμής. Ένας δημόσιος φορός τιμής της ερμηνεύτριας, ως συνέχεια του εθνικού πένθους που εξέφρασαν αι γενεαί πάσαι για τον παγκόσμιο δημιουργό. Ο προσωπικός όμως, φόρος τιμής της Μαρίας Φαραντούρη στον Θεοδωράκη είναι πανταχού παρών. Αποδίδεται διαρκώς αφού η σκέψη του κυριαρχεί πλέον στην καθημερινότητα της. Και δε θα μπορούσε να είναι αλλιώς καθώς υπήρξε η φωνή του έργου του Μίκη στα πέρατα της οικουμένης.

Είναι περίεργο και μαγικό, και ομολογώ ότι δεν το έχω συναντήσει σε άλλον καλλιτέχνη σε τέτοιο βαθμό, όταν η Μαρία Φαραντούρη αναφέρεται σε τραγούδια, σπάνια λέει  τους τίτλους τους. Συνήθως σιγοτραγουδάει τους στίχους, από την αρχή, από τη μέση, επιλέγει ένα τυχαίο τετράστιχο. Κρίμα που αυτές οι τόσες ζωντανές στιγμές μιας συνομιλίας είναι αδύνατο να μεταφερθούν σε μια γραπτή συνέντευξη.

2 2 scaled 1
Στην φωτογραφία είναι ο Μίκης Θεοδωράκης σε πρόβα του Canto General με την Μαρία Φαραντούρη και τον ποιητή Πάμπλο Νερούδα

Είπαμε πολλά με την Μαρία Φαραντούρη. Για την ζωή της, την Αριστερά, την καριέρα της. Πάντα με άλφα και ωμέγα της κουβέντας μας τον Μίκη Θεοδωράκη, το έργο και την προσωπικότητα του. Όταν μιλούσε για αυτόν, απέφευγα να την διακόψω, γιατί έβλεπα πόσα συναισθήματα εναλλάσσονταν στις αφηγήσεις της: σεβασμός και θαυμασμός για τον τεράστιο αυτόν συνθέτη που την επέλεξε νεαρό κορίτσι και της εμπιστεύτηκε τα κορυφαία έργα του. Αγάπη και τρυφερότητα για τον καλλιτέχνη που πάντα εμπιστευόταν και ζητούσε την αποδοχή του και στα μετέπειτα καλλιτεχνικά βήματα της, γιατί αυτό κάνουν οι αιώνιοι μέντορες. Θλίψη και πόνο για τον δικό της άνθρωπο που πέθανε. Όσα μου λέει για αυτόν, δεν τα ακουμπάει το δημοσιογραφικό ψαλίδι. Τα αφήνω εδώ με τον ειρμό των σκέψεων να καθορίζεται από το συναίσθημα, κι αυτό δεν σηκώνει μοντάζ…

Θα μπορούσε να παλέψει λίγο ακόμα, ήταν γενναίος, αλλά δεν δέχτηκε να πάει στο νοσοκομείο. Έφυγε γεμάτος και ευχαριστημένος από τη ζωή.

Πώς είστε κ. Φαραντούρη;

«Ο Μίκης ήταν δικός μου άνθρωπος. Θα σου πω… Ήμουν προετοιμασμένη. Τον είχα επισκεφθεί λίγες ημέρες νωρίτερα, ήταν η συνάντηση του αποχαιρετισμού μας. Μια πολύ συγκινητική στιγμή γιατί ήθελε πια να φύγει. Θα μπορούσε να παλέψει λίγο ακόμα, ήταν γενναίος, αλλά δεν δέχτηκε να πάει στο νοσοκομείο. Έφυγε γεμάτος και ευχαριστημένος από τη ζωή. Σε προσωπικό επίπεδο, είναι μια τεράστια απώλεια. Ήταν ο πατέρας μου, ο μέντορας μου… Ό,τι έκανα στην τέχνη μου, στις συναυλίες, στα ρεπερτόρια που εξερευνούσα, πάντα είχα στο μυαλό μου τι θα πει ο Μίκης, ήταν το μέτρο μου, ήθελα να χαίρεται με αυτά που έκανα. Υπήρχε πάντοτε στη ζωή μου, κι ας μην είχαμε άμεση συνεργασία. Τον επισκεπτόμουν συχνά και μου έλεγε την άποψη του. Μέχρι και τον τελευταίο μήνα μπορούσε και έδινε οδηγίες. Έζησα με τον Μίκη από 16 χρονών. Ταξιδέψαμε σε όλο τον κόσμο. Βίωσα μια τόσο πυκνή και συναρπαστική ιστορία. Το ταξίδι που κάναμε είχε πολύ ωραίες στιγμές αλλά και δυσκολίες, λόγω ιστορικών συγκυριών. Η τέχνη του, το τραγούδι του ήταν το μέσο αφύπνισης της δημοκρατικής συνείδησης των Ευρωπαίων τότε, στα πρώτα χρόνια της δικτατορίας. Μόνο ο Θεοδωράκης μπορούσε να κερδίσει ένα τόσο μεγάλο ακροατήριο σε όλο τον κόσμο, και μάλιστα στην ελληνική γλώσσα, από το Μπουένος Άϊρες έως τη Σεούλ. Τι να πρωτοαναφέρει κανείς… Έχουν κάνει βέβαια, κι άλλοι Έλληνες μεγάλη καριέρα στο εξωτερικό. Η Νάνα Μούσχουρη, ο Ντέμης Ρούσσος, ο Βαγγέλης Παπαθανασίου, αλλά με αγγλόφωνα τραγούδια. Εμείς μιλήσαμε σε ένα ιδιαίτερο ακροατήριο ανθρώπων, μορφωμένων, δημοκρατικών, προοδευτικών που αναζητούσαν ανάταση αλλά και ελπίδα για έναν καλύτερο κόσμο μέσα από την ποίηση και από αυτές τις μελωδίες. Όπου δίναμε συναυλίες, οι ποιητές μας είχαν προηγουμένως μεταφραστεί. Ρίτσος, Σεφέρης, Ελύτης… Είναι απόλυτα κατανοητό γιατί όλες οι χώρες τώρα απέδωσαν φόρο τιμής στον Μίκη, τίμησαν τον μύθο του. Και βλέπεις πόσο ανάγκη το είχε ο κόσμος. Όλοι θα ήθελαν έναν Θεοδωράκη στις χώρες τους. Και τον βρήκανε στην Ελλάδα. Δεν είναι τυχαίο ότι στη Γερμανία έγραψαν «ο τελευταίος Τσε». Γιατί ο Μίκης δεν έχει τα χαρακτηριστικά μόνο του αγωνιστή, αλλά και του σπουδαίου μουσικού ο οποίος έχει ανάγκη να μπει μέσα στη συμπαντική αρμονία. Ο συνδυασμός αυτών των δύο στοιχείων τον έκανε μοναδικό φαινόμενο. Ενώ τα τελευταία χρόνια ήταν εκτός επικαιρότητας, μόνο με ορισμένες δηλώσεις του ερχόταν στο προσκήνιο, ο θάνατος του έγινε παγκόσμιο γεγονός. Ζούμε σε μια τόσο χαοτική και απομυθοποιητική εποχή…»

05 Τ.Βρεττός farantouri theodorakis 735x350 2

Με τον θάνατο του Θεοδωράκη θυμηθήκαμε την ιστορία μας, τον ρόλο της αριστεράς, τα σύμβολα μας…σαν να βγήκε η μνήμη μας από τον λήθαργο.

«Ναι βέβαια. Γιατί βλέπεις, οι νέοι έχουν κάποιες πληροφορίες, ίσως ακατέργαστες, δεν γνωρίζουν τι σήμαινε ο Μίκης και η μουσική του και με ποια θηρία πάλεψε. Θυμάμαι πολύ έντονα τις ιστορίες που μας έλεγε ο ίδιος από την μετεμφυλιακή περίοδο του 50. Τη δεκαετία του 60 που τον γνώρισα είχε πολύ νωπές αυτές τις μνήμες. Η αριστερά βίωνε τότε την ήττα της και η δεξιά καταπίεζε. Κοινωνικά φρονήματα, απαγορεύσεις… Αυτή η κατάσταση, αυτή η δυσφορία ηλέκτρισε τον Μίκη και ήθελε να παλέψει με την μουσική του και την ποίηση και έλεγε «ό,τι δεν μπορεί να πει ο κόσμος εγώ θα του μάθω να το τραγουδάει». Σκέψου πόσα τραγούδια που έγιναν πολύ δημοφιλή και τραγουδήθηκαν στις παρέες, όπως το «Βράχο βράχο τον καημό μου», γράφτηκαν για τα ξερονήσια της εξορίας».

Είναι απόλυτα κατανοητό γιατί όλες οι χώρες τώρα απέδωσαν φόρο τιμής στον Μίκη, τίμησαν τον μύθο του. Και βλέπεις πόσο ανάγκη το είχε ο κόσμος. Όλοι θα ήθελαν έναν Θεοδωράκη στις χώρες τους. Και τον βρήκανε στην Ελλάδα. Δεν είναι τυχαίο ότι στη Γερμανία έγραψαν «ο τελευταίος Τσε».

Είναι η φοβερή δεκαετία του 60, όπου στις εξορίες βρίσκονταν ακόμα κάτι χιλιάδες αριστεροί, και ο κόσμος  τραγουδούσε στις ταβέρνες τον «Επιτάφιο» του Ρίτσου που μελοποίησε ο Θεοδωράκης.

«Αυτό ακριβώς. Ήταν απίστευτο, πηγαίναμε με τις παρέες μας στις ταβέρνες και ο κόσμος τραγουδούσε τον «Επιτάφιο», το «Περιγιάλι». Ο Μίκης έδωσε στον κόσμο τη δυνατότητα, αυτό που δεν μπορούσε ελεύθερα να πει, να το τραγουδήσει, χρησιμοποιώντας βέβαια, τους μεγάλους ποιητές, χωρίς κομματικά κριτήρια. Από τον Ρίτσο που ήταν και στενός του φίλος και συνεργάτης μπορούσε την ίδια στιμή να συνομιλήσει και να συνεργαστεί με σπουδαίους ποιητές, ζωγράφους, κτλ που δεν ήταν απαραίτητα αριστεροί. Η Αριστερά βέβαια, είχε αγκαλιάσει τους καλλιτέχνες, συνθέτες, ποιητές, στιχουργούς, ζωγράφους. Άναβε τη φλόγα στους καλλιτέχνες και δημιούργησε το μεγάλο πολιτιστικό κίνημα. Η περίφημη τότε ΕΔΑ. Και η Δεξιά,  ζήλευε γιατί ήταν απομονωμένη.

-Η Τέχνη όμως, αδιαμφισβήτητα ανήκε στην Αριστερά.

«Η Αριστερά είχε ανάγκη να αναδείξει τις καλλιτεχνικές δυνάμεις σε όλα τα επίπεδα γιατί είχε περάσει μια σοβαρότατη ήττα. Μέσω της τέχνης προσπαθούσε να φυλάξει ζωντανό το όνειρο για έναν καλύτερο κόσμο. Η παρουσία του Μίκη βοήθησε στο να δημιουργηθεί αυτή η κατάσταση. Να σου πω δηλαδή το εξής, όταν εγώ τραγουδούσα 16 χρονών με τον Μίκη, έβλεπα και συζητούσα με αυτόν που έκανε το εξώφυλλο, τον ζωγράφο, τους στιχουργούς. Στην πραγματικότητα όλοι αυτοί οι άνθρωποι αποτελούσαν ένα κίνημα, που ήταν πρωτοπορία στις αρχές του 60. Ακόμα και οι άνθρωποι που ήταν ελεύθεροι, που δεν ανήκαν στην Αριστερά, για παράδειγμα ο Χατζιδάκις, όλοι αυτοί θεωρούσαν ότι  η διανόηση, το βαθιά σκεπτόμενο κοινό, ανήκε στην αριστερά. Για αυτό ο Χατζιδάκις ερχόταν συχνά να παίξει τα έργα του στα φεστιβάλ του Ρήγα Φεραίου. Πάνω που αυτό το κίνημα πήγαινε να γίνει τεράστιο και να συντονιστεί με τον παλμό του έξω κόσμου- Βιετνάμ, αντιπολεμικά κινήματα, Γαλλικός Μάης- ήρθε η χούντα και τα ακύρωσε όλα. Θέλω όμως, να σου πω και κάτι ακόμα. Θα μπορούσε ο Θεοδωράκης να μελοποιεί μόνο αριστερούς ποιητές. Υπήρχε ο Ρίτσος, ο Αναγνωστάκης, ο Λειβαδίτης, ο Πατρίκιος, ο Χριστοδούλου. Ξέφυγε όμως, από αυτό το στενά αριστερό, πήγε και στον Σεφέρη, στον Ελύτη. Ο Μίκης ήταν πάντοτε ενωτικός».

08 F.Peck scaled
Από την τελευταία περιοδεία στη Γερμανία και συγκεκριμένα την 1η Φεβρουαρίου 2020 στο Neu Isenburg

Θα μπορούσε ο Θεοδωράκης να μελοποιεί μόνο αριστερούς ποιητές. Υπήρχε ο Ρίτσος, ο Αναγνωστάκης, ο Λειβαδίτης, ο Πατρίκιος, ο Χριστοδούλου. Ξέφυγε όμως, από αυτό το στενά αριστερό, πήγε και στον Σεφέρη, στον Ελύτη. Ο Μίκης ήταν πάντοτε ενωτικός

-Τα τελευταία χρόνια οι δημόσιες εμφανίσεις του πιστεύετε είχαν κίνητρο ενωτικό; Ένα μεγάλο κομμάτι της Αριστεράς στενοχωρήθηκε, απογοητεύτηκε, και δεν του συγχώρεσε την παρουσία και κυρίως, όσα εκφώνησε δημοσίως στο συλλαλητήριο για τις Πρέσπες. Η ακροδεξιά καπηλεύτηκε την παρουσία του εκεί, και μάλιστα, σε μια ιστορική συγκυρία όπου η Χρυσή Αυγή είχε μπει στη Βουλή.

«Έβλεπε την Αριστερά ενωμένη, την χώρα ενωμένη. Δεν μπορώ να σταθώ στο συγκεκριμένο γεγονός που μου αναφέρεις, γιατί ο Μίκης δεν ήταν μόνο αυτό, ήταν πολλά. Και, όπως έχω ξαναπεί, ήταν ο άνθρωπος των ρήξεων. Πολλές φορές από τον φόβο του μην συμβεί κάτι, έκανε μια όχι αυτονόητη επιλογή. Είχε τη δική του λογική. Αλλά είμαι η πλέον αναρμόδια να τον κριτικάρω.  Γιατί είμαι συναισθηματικά δεμένη μαζί του. Είναι τόσο υψηλό αυτό που έκανε, που όλα τα άλλα είναι μικρές λεπτομέρειες. Το είπε κι ο ίδιος τόσο εύστοχα στο τέλος, να σταθούμε στα «μεγάλα μεγέθη». Μια τέτοια προσωπικότητα δεν μπορεί να καθοριστεί από μικρές λεπτομέρειες. Στο κάτω κάτω όλοι έχουμε τέτοιες….».

-Αναρωτιέμαι τόση ώρα  που σας ακούω να μιλάτε, γνωρίζοντας ότι τις πρώτες ημέρες «έσπασε» το τηλέφωνο γιατί όλοι θέλουν μια δήλωση σας, έχετε καταφέρει να πενθήσετε καθόλου αυτό το διάστημα τον Μίκη ως δικό σας άνθρωπο;

«Κάθε βράδυ βλέπω τον Μίκη στον ύπνο μου. Ξυπνώ κάθε 2-3 ώρες, έρχονται εικόνες στο μυαλό μου, από τα ταξίδια, το εξωτερικό, λόγια που μας έλεγε σαν δάσκαλος, οι ανθρώπινες στιγμές, οι αδυναμίες του, όλα… Και οι υψηλές εντάσεις, ένας θεός μπροστά σε απίστευτα ακροατήρια. Δεν μπορώ να στο εξηγήσω…Δεν ήταν η μουσική βιομηχανία αυτή που τον ανέδειξε. Ούτε ήταν ο συνθέτης των σουξέ. Αλλά το προσωπικό του πάθος για το όραμα του και τη μουσική, και την ίδια ώρα η μέθεξη του κόσμου με το έργο του, είναι που προκαλούσε αυτό το αίσθημα ανύψωσης. Αυτό ένοιωθαν όσοι τον άκουγαν, όχι μόνο στην Ελλάδα, σε όλο τον κόσμο. Δεν θα ξεχάσω τις συναυλίες μας, πήγαμε στις μεγαλύτερες αίθουσες που υπάρχουν, όπως Carnegie Hall, Φιλαρμονική Βερολίνου, Olympia, και σε μεγάλα ανοιχτά θέατρα, όπως επίσης και σε Παλαί ντε Σπορ, ο κόσμος χωρίς να ξέρει τη γλώσσα, χόρευε και τραγουδούσε, φώναζε συνθήματα υπέρ της δημοκρατίας δείχνοντας την αλληλεγύη του, ένα τρομακτικό πράγμα…δεν περιγράφεται…Όλα αυτά έρχονται στη μνήμη μου τώρα γιατί τα προηγούμενα χρόνια είχα ανάγκη να τα απωθήσω για να μπορέσω να βρω την περπατησιά μου σε άλλα πράγματα, μουσικά, να αναζητήσω κι άλλες φόρμες. Τώρα βιώνω όλο αυτό, την επιστροφή… Όπως όταν χάνεις τον πατέρα, την μητέρα σου… Και όταν αυτή η απώλεια ταυτίζεται με τα συναισθήματα ενός ολόκληρου λαού, καταλαβαίνεις πόσο πιο δυνατό είναι.   Θυμάμαι πολύ έντονα αυτές τις ημέρες τους πρώτους κύκλους τραγουδιών πριν τη χούντα, «Μαουτχάουζεν», «Όμηρος»,  ο «Κύκλος Μαρία Φαραντούρη», που μου αφιέρωσε, «Μικρές Κυκλάδες»του Ελύτη. Όταν έβγαλε η γαλλική τηλεόραση το «Maria Farantouri et l΄ orchestre des bouzoukis» ήμουν 20 χρονών… ».

20 Μ.Χατζάρα
Linz, Αυστρία. Πρόβα για τη συναυλία στο στρατόπεδο του Mauthausen κατά την 50ή επέτειο από τη λήξη του Β’ Π.Πολέμου. Ήταν στο πλαίσιο της περιοδείας για τα 70χρονα του Μίκη.

-Ξαναάκουγα κι εγώ λοιπόν, αυτές τις ημέρες το «Μαουτχάουζεν» το συγκλονιστικό έργο του Καμπανέλλη για το Ολοκαύτωμα. Είναι γνωστό ότι το έγραψε για τη φωνή σας, και μάλιστα σας είπε «αυτό το έργο θα σε ακολουθεί για όλη σου τη ζωη». Κι ήσασταν ένα κορίτσι μόλις 16 χρονών που πήγαινε σχολείο. Αναρωτιόμουν τι οδηγίες σας έδωσε για να φτάσετε σε αυτή την εκπληκτική ερμηνεία.Τελικά το μεγάλο ταλέντο έχει έμφυτη και την ωριμότητα;

«Σίγουρα το ταλέντο έχει και δυνατό ένστικτο. Ο Μίκης μου είχε πει για το «Μαουτχάουζεν» «σημείωσε χρόνο, ημερομηνία, μήνα και  ώρα γιατί αυτό το έργο θα σε ακολουθεί για όλη σου τη ζωή». Τότε πάντως, αναζήτησα διάφορες πηγές γνώσης. Γνωρίζαμε από το σχολείο βασικά πράγματα για τον ναζισμό και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, αλλά όχι λεπτομέρειες. Θυμάμαι λοιπόν, με πλησίασε η δημοσιογράφος Ολυμπία Καράγεωργα, η οποία με αντιμετώπισε ως φορέα ενός πολύ σημαντικού πράγματος, και μιλούσαμε πολύ. Μου έρχεται τώρα η εικόνα της να κάθεται στα σκαλάκια του σπιτιού μου και να συζητάμε για το Ολοκαύτωμα, με λεπτομέρειες, περιμέναμε να εκδοθεί και το βιβλίο του Καμπανέλλη. Είχα συγκλονιστεί με όλα αυτά…».

-Ο Θεοδωράκης σας μιλούσε για αυτό και την κατάσταση στη ναζιστική Γερμανία; Είχε ρόλο ινστρούκτορα ας πούμε;

«Ασφαλώς και ο Μίκης αλλά μιλούσαμε πολύ με τον ίδιο τον Καμπανέλλη, ο οποίος υπήρξε κρατούμενος στο στρατόπεδο Μαουτχάουζεν. Ο Μίκης, ο Καμπανέλλης, εγώ και δύο ακόμα τραγουδίστριες, η Γερμανίδα  Γκίζελα Μέι, και η Ισραηλινή Ελινοάρ Μοάβ τραγουδήσαμε στις τρεις γλώσσες μέσα στο στρατόπεδο. Και μετά μας ξενάγησε ο Καμπανέλλης σε όλους τους φρικιαστικούς χώρους του στατοπέδου. Αυτό δεν ξεχνιέται ποτέ. Για αυτό θεωρώ το «Άσμα Ασμάτων» το ωραιότερο ερωτικό και αληθινό τραγούδι που γεννήθηκε, μέσα σε αυτό το χώρο της βαρβαρότητας και του θανάτου».

17

Οι γονείς μου ήταν εξαιρετικά ώριμοι άνθρωποι και γνώριζαν την εσωτερική δύναμη που είχα γιατί πάλεψαν πολύ στα μικρά μου χρόνια λόγω της πολιομυελίτιδας. Δεν είχα προλάβει να εμβολιαστώ και όταν ήμουν 2,5 χρονών ξεκίνησε αυτή η περιπέτεια. Έως τα δέκα μου χρόνια περάσαμε ένα απίστευτο ζόρι στα νοσοκομεία με εγχειρήσεις…

-Φαντάζομαι είχατε φοβερή δύναμη σαν άνθρωπος, λίγο μετά ένα κορίτσι μόλις 19 χρονών, που στις συναυλίες πήγαινε συνοδεία της  μαμάς του, να φύγει για το Παρίσι…

«Δεν μπορώ να στο εξηγήσω. Ήταν τόσο γοητευτική αυτή η σύνδεση μου με τον Μίκη».

-Αυτός σας είπε να φύγετε από την Ελλάδα;

«Βέβαια. Όταν με πρωτοάκουσε είπε στη μητέρα μου «κ. Φαραντούρη θα μου εμπιστευτείτε το παιδί σας; Γεννήθηκε για τη μουσική μου, για τα τραγούδια μου». Στο ΣΦΕΜ σχεδόν 17 χρονών ήμουν. Εγώ είχα απίστευτη αυτοπεποίθηση και όταν με ρώτησε «το ξέρεις ότι έχεις τρομερή φωνή» του απάντησα «το ξέρω»».

-Γνωρίζατε τότε τι εστί Μίκης; Είχατε επίγνωση του μεγέθους;

«Βέβαια, υπήρχε ήδη ο μύθος. Μην ξεχνάς ότι η Γιοβάννα και άλλοι, ήδη έλεγαν τα τραγούδια του και τον ακολουθούσε κι ένας άλλος μύθος, αυτός του αριστερού που ζει στη Γαλλία και μόλις είχε φτάσει στην Ελλάδα. Είχε ήδη κάνει τον «Επιτάφιο» με τον Μάνο Χατζιδάκι και ερμηνεύτρια τη Μούσχουρη».

11
Γ.Διδίλης, Γρ.Μπιθικώτσης, Γ.Ρίτσος, Μίκης, Μαρία, Β.Παπαγγελίδης, Κ.Παπαδόπουλος, …, Λ.Καρνέζης

-Δεν μου απαντήσατε όμως, πώς ένα νεαρό κορίτσι αποφασίζει να αφήσει πίσω του την ασφάλεια του σπιτιού, της οικογένειας και να ανοίξει τα φτερά του σε μια ξένη χώρα…

«Αισθάνθηκα λοιπόν ότι εγώ γεννήθηκα για αυτό το μεγάλο, για την υψηλή τέχνη, επομένως  δε θα μπορούσε να με σταματήσει τίποτα. Επίσης, οι γονείς μου ήταν εξαιρετικά ώριμοι άνθρωποι και γνώριζαν την εσωτερική δύναμη που είχα γιατί πάλεψαν πολύ στα μικρά μου χρόνια λόγω της πολιομυελίτιδας. Δεν είχα προλάβει να εμβολιαστώ και όταν ήμουν 2,5 χρονών ξεκίνησε αυτή η περιπέτεια. Έως τα δέκα μου χρόνια περάσαμε ένα απίστευτο ζόρι στα νοσοκομεία με εγχειρήσεις. Ωστόσο πήγαινα στο σχολείο κανονικά, όταν είσαι παιδί έχεις δύναμη. Οι γονείς μου ήξεραν ότι το τραγούδι ήταν η συντροφιά μου, και ήμουν αφοσιωμένη σε αυτό. Θυμάμαι εκείνη την περίοδο ο θείος μου έβαζε και ακούγαμε στο γραμμόφωνο Βέρντι».

-Είπατε ότι γενικά τα παιδιά έχουν δύναμη  αλλά τα παιδιά μπορούν να γίνουν και σκληρά. Ήταν απέναντι σας;

«Ήταν τόσο δυνατή η σύνδεση με τη μουσική που ξεχνούσα το πρόβλημα μου, δεν είχα κανένα κόμπλεξ. Και θα σου πω και κάτι άλλο. Σήμερα με το παραμικρό σου κάνουν bullying. Τότε υπήρχε περισσότερη ανθρωπιά. Τα παιδιά ήταν πιο αγνά. Δεν άκουσα ποτέ να λένε στο σχολείο «αυτή κουτσαίνει». Είχα δύναμη και το ισορροπούσα, δεν φαινόταν κάτι. Αναφέρθηκα σε αυτή την περίοδο για να σου πω ότι από γεννησιμιού που λέμε, είχα έμφυτη αγάπη για την μουσική κι όταν άκουγα κάτι με κατέκλυζε, γινόμουν άλλος άνθωπος. Τι καταπληκτική σύμπτωση και τύχη να συναντήσω έναν τέτοιο άνθρωπο, τον Μίκη! Και μπήκα σε εναν αδιανόητο χώρο, από τον οποίο δεν μπορούσα να ξεφύγω, με την έννοια ότι δεν ήθελα, ήμουν εκεί για πάντα. Στο εξωτερικό μου έκαναν φοβερές προτάσεις. Γάλλοι ατζέντηδες μου ζητούσαν να μπω στο γαλλικό τραγούδι για να κάνω διεθνή καριέρα. Επίσης, ο μεγάλος μουσουργός Αράν Χατζατουριάν όταν συναντηθήκαμε στη Μόσχα μαζί τον Μίκη, μου ζήτησε να μείνω εκεί, να σπουδάσω για να γίνω μια σπουδαία μέτζο σοπράνο. Ο Μίκης μου είπε «Μαρία εσύ θα επιλέξεις, είναι μια μοναδική ευκαιρία». Κι όμως, εγώ έκανα την επιλογή μου και δεν το μετάνοιωσα ποτέ. Ήθελα μόνο τη μουσική που αγαπούσα εγώ.

03 Γ.Μαργετουσάκης 3

-Επιδιώκατε πάντοτε δηλαδή την ελληνικότητα στην τέχνη σας; Έτσι εξηγείται και η μεγάλη αγάπη σας  για την ποίηση;

«Δεν είναι η αγάπη στην ποίηση από μόνη της. Είναι η αγάπη για το ποιητικό τραγούδι. Είχα προτάσεις πολλές στη ζωή μου αλλά δεν έφυγα ποτέ από αυτό.  Είχα αποφασίσει να κάνω συναυλίες με ό,τι μου προκαλεί την μεγαλύτερη συγκίνηση ως καλλιτέχνιδα. Θυμάμαι όταν γυρίσαμε μετά την πτώση της χούντας, μέχρι κι ο Μίκης μου έλεγε να τραγουδήσω στην μπουάτ στην Πλάκα, που τότε γινόταν της τρελής. Ερχόντουσαν στο σπίτι και τι δεν μου έταζαν. Δεν έκανα πίσω. Εγώ ήμουν τραγουδίστρια συναυλιών. Δεν μπορούσα να τραγουδήσω σε κέντρα που έπιναν ποτό την ώρα που με άκουγαν. Δεν μου ταίριαζαν σε τέτοιους χώρους τα «τραγούδια ποταμός», όπως τα χαρακτήριζε ο Μίκης, το «Μιλώ» του Αναγνωστάκη, «Κατάσταση Πολιορκίας», «Ο Επιζών», τέτοια αριστουργήματα έλεγα στις συναυλίες».

-Αυτά τα έργα και μαζί και ο «Επιβάτης», «Ποέτικα», «Ο Ήλιος και ο Χρόνος», δεν τα λέτε ολόκληρα στην Ελλάδα, μόνο αποσπασματικά, ενώ στο εξωτερικό το κάνετε. Γιατί;

«Οι Γερμανοί τα αγαπάνε πολύ αυτά τα έργα, όπως και άλλα του Μίκη, που εδώ δεν είναι γνωστά. Στην Ελλάδα δεν ενδιαφέρθηκε το σύστημα και οι εταιρείες, που κάποτε συνασπίστηκαν εναντίον της μελοποιημένης ποίησης. Οι εταιρείες δεν ήθελαν να πληρώνουν τους συνθέτες και σε αυτό δυστυχώς βοήθησαν και γνωστοί τραγουδιστές».

-Αναφέρεστε στην περίφημη δεκαετία του 90. Τότε άρχισε να φθίνει και το ενδιαφέρον απέναντι στο έργο του Θεοδωράκη.

«Τον χαρακτήριζαν επικό, και έλεγαν «αμάν πια με τα εμβατήρια». Κι εμένα τότε με έλεγαν «η επική τραγουδίστρια». Περάσαμε μια δεκαετία περίεργη, μέχρι το 2000, όταν με πήγε ο Γιώργος Μακράκης στη Legend και έκανα τον δίσκο «Ένας αιώνας ελληνικό τραγούδι», που έγινε χρυσός».

…τώρα τα νεότερα παιδιά ακούν ραπ και τραπ. Οφείλουμε να πούμε  ότι υπήρξαν κάποιοι, με προεξάρχοντα τον Παύλο Φύσσα που «μίλησε» πολιτικά, είχε μεγάλη κοινωνική ευαισθησία και χρησιμοποίησε τη ραπ για να μιλήσει ενάντια στον φασισμό»

-Σήμερα έχετε νεανικό κοινό; Θα θέλατε να σας ακούνε οι νέοι περισσότερο;

«Σίγουρα το κοινό μου είναι μεγαλύτερης ηλικίας όμως, με ακολουθούν και νέοι. Κοιτάξτε, υπάρχουν σύγχρονοι καλλιτέχνες που «μιλούν» στην εποχή τους. Έτσι γίνεται πάντα. Μετά τον Θεοδωράκη, ήταν ο Σαββόπουλος και ο Μικρούτσικος, ακολούθησαν οι Κατσιμιχαίοι, ο Μάλαμας, ο Πορτοκάλογλου, ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου».

-Σας αρέσουν όλοι αυτοί που αναφέρατε;

«Βέβαια, έχουν ποιητική φλέβα, είναι αυθεντικοί καλλιτέχνες. Και πάντα το τραγούδι τους έχει βαθύτερα στοιχεία».

-Ναι, αλλά ο τελευταίος που «ξεπετάχτηκε» από αυτούς ήταν πριν από 25 χρόνια...

«Υπάρχει μια σειρά στα πράγματα. Ήταν ο Θεοδωράκης, ο Ξαρχάκος, ο Σαββόπουλος, ο Μαρκόπουλος, κ.α., ύστερα ήρθε η γενιά των εναλλακτικών που λέμε, των οποίων η προσφορά είναι αξιοσημείωτη γιατί χρησιμοποίησαν ποιητικά στιχουργήματα- χωρίς βέβαια να είναι ποίηση των μεγάλων ποιητών- και μετά μπήκαμε στην ποπ, στην σκληρή ποπ, και τώρα τα νεότερα παιδιά ακούν ραπ και τραπ. Οφείλουμε να πούμε  ότι υπήρξαν κάποιοι, με προεξάρχοντα τον Παύλο Φύσσα που «μίλησε» πολιτικά, είχε μεγάλη κοινωνική ευαισθησία κα χρησιμοποίησε τη ραπ για να μιλήσει ενάντια στον φασισμό».

-Και το πλήρωσε με τη ζωή του.

«Ναι, το πλήρωσε. Αυτό το παιδί έκανε πολιτικό στίχο».

-Στην πορεία που έγινε στο Κερατσίνι για την επέτειο της δολοφονίας του, είδαμε μια λαοθάλασσα πραγματικά. Πέρυσι στην καταδίκη της Χρυσής Αυγής χιλιάδες άνθρωποι περίμεναν εκείνη την ημέρα έξω από το Εφετείο, για να είναι παρόντες σε μια σημαντική στιγμή της νεότερης ιστορίας. Σας φαίνεται ελπιδοφόρο αυτό;

«Βεβαίως, είναι πολύ σημαντικές στιγμές της ιστορίας και σημαντικές πράξεις, ατομικές και συλλογικές. Πρέπει ο κόσμος να αποκτήσει κριτική διάσταση στα πράγματα, να μην αφήνεται σε έναν ύπνο των social media».

-Εντάξει, εσείς ανήκετε στη γενιά του δρόμου,  εκεί διεκδικήσατε συλλογικά δικαιώματα. Τα social media όμως, πλέον αποτελούν σημαντικό χώρο  μαζικής αντίδρασης.

«Ασφαλώς. Και είδαμε τι έγινε με την εταιρεία efood και την άμεση αντίδραση του κόσμου. Και είναι αλήθεια ότι μέσα από τα social media οργανώνονται πολλοί άνθρωποι για να βγούνε στον δρόμο να διαμαρτυρηθούν. Απλά θέλω να πω ότι σήμερα είναι πολύ δύσκολο να ταυτιστεί ένα έργο τέχνης με τη συλλογική μνήμη. Για αυτό και ο θάνατος του Μίκη προκάλεσε ένα συλλογικό αίσθημα».

Ο editor manager των Sunday Times του Λονδίνου, που ήταν πολύ φιλέλληνας, έστειλε τον δημοσιογράφο Τζον Μπάρι να συναντήσει στην εξορία, δηλαδή στη  Ζάτουνα, τον Μίκη. Και  ο Μίκης έκρυβε στα  κουμπιά του σακακιού του Τζον Μπάρι διάφορα χαρτάκια όπου είχε γράψει τις νότες των έργων του, όπως  η «Κατάσταση Πολιορκίας»

-Τελικά το χρειαζόμασταν πολύ ως λαός.

«Ασφαλώς. Παρότι οι νεοαριστεροί, τα νέα παιδιά, λένε ότι δεν έχουν ανάγκη από σύμβολα. Μα πώς; Πρέπει να φτιάξετε τους μύθους σας. Μπορεί να είναι ηλεκτρονικοί μύθοι. Με γέφυρα στο παρελθόν. Όπως οι μεγάλοι μας στηρίχτηκαν στην βυζαντινή υμνωδία, το αρχαίο δράμα, το δημοτικό τραγούδι, στην κλασική μουσική. Πάνω σε αυτά ακούμπησαν και μεγαλούργησαν. Τώρα νοιώθω ότι θέλουν να κόψουν γέφυρες με το παρελθόν όλοι αυτοί οι ράπερς, οι τράπερς, που επηρεάζουν τα νέα παιδιά».

-Φαντάζομαι ότι έχετε στο μυαλό σας το νέο παιδί που σκοτώθηκε, τον τράπερ Mad Clip. Η αλήθεια είναι ότι εμείς που αγνοούσαμε την μουσική του,  σοκαριστήκαμε από τους στίχους του.

«Μα εάν δεν πέθαινε ο Μίκης την ίδια μέρα θα μιλάγανε μόνο για αυτό το φαινόμενο. Κρίμα που σκοτώθηκε ένας νέος άνθρωπος. Αλλά το ερώτημα είναι τι πρεσβεύει με το στίχο του. Ας αναρωτηθούμε. Από την άλλη πλευρά όμως, πολλά νέα παιδιά ξεκινούν με όνειρο και διάθεση να κάνουν κάτι διαφορετικό και αληθινό με ευαισθησία. Οι εταιρείες όμως, δεν θέλουν τέτοιες «ευαίσθητες» δουλειές. Και ο νοών νοείτω».

-Στη δική σας εποχή όμως, υπήρχε κι άλλου είδους ζύμωση, είχατε εστίες πολιτισμού και μάλιστα με αριστερό πρόσημο, όπως ήταν ο ΣΦΕΜ. Σήμερα υπάρχουν εστίες πολιτισμού; Θα μπορούσε να δημιουργηθεί ένας νέος ΣΦΕΜ;

«Δε θέλω να τα ισοπεδώνω και να λέω ότι δεν υπάρχει τίποτα. Ασφαλώς είναι διαφορετικές οι εποχές, άλλες οι ανάγκες. Οι ίδιοι οι καλλιτέχνες θα πρέπει να ψάξουν βαθύτερα, να φτιάξουν μικρές ομάδες. Όπως ο Μίκης βγήκε  σαν χείμαρρος και επηρέασε τους ανθρώπους της αριστεράς, πρέπει να ξεπεταχτούν νέοι άνθρωποι. Και θα σου πω κάτι πολύ σοβαρό. Τον Μίκη δεν τον καπέλωσε η ιδεολογία του, η στράτευση του. Είχε πάνω απ΄όλα τη μουσική του. Όλα τα έβλεπε μέσα από τη μουσική. Διάβαζε τον κόσμο με την μουσική. Αλλιώς δε θα μιλάγαμε για τη δύναμη αυτού του έργου».

-Σήμερα τι σχέση έχει ο πολιτισμός με την Αριστερά;

«Θα έπρεπε να έχει μεγαλύτερη. Δεν νοείται ζώσα αριστερά χωρίς την παιδεία και τον πολιτισμό. Καλά είναι τα φεστιβάλ, τροφοδοτούν τον κόσμο και τον πολιτισμό γενικότερα. Είναι πολύ σημαντική όμως, η επαφή με τους νέους ανθρώπους, τι θέλουν, τι αναζητούν. Αυτά γίνονται μέσα από συζητήσεις, βιβλία, εκδόσεις, συναντήσεις σε χώρους, μέσα από διάλογο».

-Να σας πάω πάλι πίσω. Θα ήθελα πολύ να ακούσω την φοβερή ιστορία πώς έγινε η «Κατάσταση Πολιορκίας», τότε που, όπως λέγαμε προηγουμένως, ο Θεοδωράκης σας είπε να φύγετε από την Ελλάδα.

«Με το που έγινε η χούντα, ο Μίκης βγήκε στην παρανομία αμέσως. Μου έστειλε ένα μήνυμα να πάω στο σπίτι, όπου η Μυρτώ μου έδωσε ένα σημείωμα που ήταν μέσα σε μια θήκη από τσίχλες. Έγραφε: Μαρία, «δημιούργησε μια ορχήστρα, πάρε τον Διδίλη και όποιους μουσικούς θέλουν και βγείτε έξω. Αυτοί φοβούνται τα τραγούδια μας. Εσείς να μην φοβηθείτε». . Ο πατέρας μου μου είπε ότι θα με στηρίξει. Εγώ τότε έκανα παρέα με τον γνωστό θεατρικό συγγραφέα Παύλο Μάτεση, ήταν σαν αδερφός μου, συζητούσαμε με τις ώρες στο σπίτι, μετά πηγαίναμε στον ανιψιό του Κούνδουρου τον Ρούσσο, κάναμε παρέα με τον Μιχαηλίδη τον σκηνοθέτη… Όλοι με παρότρυναν να φύγω στο εξωτερικό. Έφυγα λοιπόν, για το Παρίσι όπου δημιουργήσαμε μια ορχήστρα και μείναμε πια στο εξωτερικό».

-Με αποστολή να επικοινωνήσετε τον αντιδικτατορικό αγώνα μέσα από το έργο του Θεοδωράκη.

«Είχαμε αρωγούς σπουδαίες προσωπικότητες της εποχής. Ο editor manager των Sunday Times του Λονδίνου, που ήταν πολύ φιλέλληνας, έστειλε τον δημοσιογράφο Τζον Μπάρι να συναντήσει στην εξορία, δηλαδή στη  Ζάτουνα τον Μίκη. Και  ο Μίκης έκρυβε στα  κουμπιά του σακακιού του Τζον Μπάρι διάφορα χαρτάκια όπου είχε γράψει τις νότες των έργων του, όπως  η «Κατάσταση Πολιορκίας». Θυμάμαι όταν την παρουσιάσαμε στο Round House στο Λονδίνο, παιζόταν το μιούζικαλ «Hair» και είχαν έρθει όλοι οι επικεφαλής, χορωδοί, κτλ, να διαβάσουν στίχους από την «Κατάσταση Πολιορκίας». Και στο Albert Hall το παρουσιάσαμε. Μας βοήθησε τότε ο Μίνως Βολανάκης ο οποίος ήταν στο Λονδίνο και είχε σχέση με μεγάλους ηθοποιούς του Old Vic, όπως οι Τζον Γκίλγουντ, Πέγκι Άσκροφτ, Άλαν Μπέιτς, Βανέσα Ρεντγκρέιβ,  διάβαζαν κείμενα στις συναυλίες από την αρχαία γραμματεία,  ο συνθέτης Τζον Γουίλιαμς, γλύπτες όπως η Μπάρμπαρα Χέπγουρθ. Όλοι αυτοί οι σπουδαίοι άνθρωποι της τέχνης μας πλαισίωναν, δεν μπορούσαν να διανοηθούν ότι οι αχρείοι χουντικοί κρατούσαν στα χέρια τους την δημοκρατία στην Ελλάδα»..

-Ισχύει ότι ο Θεοδωράκης άκουσε αυτή τη συναυλία σε ένα ραδιοφωνάκι στη Ζάτουνα;

«Ναι. Τη μετέδιδε και το BBC και η Deutsche Welle.  Και η συγκίνηση του ήταν πού μεγάλη που άκουγε κρυφά αλλά ζωντανά τα τραγούδια που είχε γράψει».

-Είστε η διεθνής μας ερμηνεύτρια και βέβαια, αυτή που μέχρι σήμερα ταξιδεύει το έργο του Θεοδωράκη στο εξωτερικό, και μάλιστα με τεράστια απήχηση. Νοιώθετε ποτέ ότι εδώ ίσως δεν έχετε αναγνωριστεί όσο θα έπρεπε; Έχετε παράπονα;

«Όχι δε νοιώθω κάτι τέτοιο. Είμαι πολύ γεμάτη. Έχω κάνει συναυλίες στο Μέγαρο Μουσικής με τα μεγάλα έργα όπως το «Πνευματικό εμβατήριο» ή το «Canto General». Το μόνο παράπονο που έχω είναι ότι τα ραδιόφωνα δεν παίζουν Θεοδωράκη. Μόνο λίγο  το ραδιόφωνο της ΕΡΤ. Ακόμα και ο δίσκος «Φύλαξα τ όνειρο», σε παραγωγή δική μου όπου ερμήνευσαν Θεοδωράκη, ο Σωκράτης Μάλαμας, ο Αλκίνοος Ιωαννίδης, ο Γιάννης Χαρούλης και εγώ, θέλω να πω μια καινούργια δουλειά, δεν παίζεται στα ραδιόφωνα. Η εταιρεία δεν βοήθησε καθόλου τον δίσκο».

-Γιατί επιλέξατε τον στίχο του Καβάφη για τις δύο συναυλίες σας στο Μέγαρο Μουσικής; «Επέστρεφε στην ποίηση…».

«Το διαλέξαμε μαζί με τον Δημήτρη Καταλειφό, ο οποίος έχει βρει καταπληκτικά ποιητικά κείμενα να απαγγείλει. Δουλέψαμε πολύ. Αρχίζει με ένα εξαιρετικό ποίημα του Καβάφη που μιλάει για τους ποιητές και την ποίηση,  συνεχίζει με κείμενο του Μπόρχες για την ποίηση και τον Οδυσσέα κι έπειτα ξεκινάω εγώ με τα τραγούδια της «Οδύσσειας» του Μίκη. Αλλά θα ειπωθούν κι άλλα σπουδαία τραγούδια από όλη μου την πορεία έως σήμερα».

-Και πώς προέκυψε η ιδέα αυτής της συνεργασίας;

«Είχα δει τον Καταλειφό σε παραστάσεις και είχα ενθουσιαστεί. Τον άκουσα κάποια στιγμή στο Youtube να απαγγέλλει Σεφέρη και Καβάφη, και σκέφτηκα ότι αυτός ο ηθοποιός είναι ιερό τέρας. Εκτός όμως, από μεγάλος ηθοποιός, είναι και πολύ ευαίσθητος ποιητής. Μας κατέπληξε με το τελευταίο του βιβλίο».

-Το ρεπερτόριο πάντως, που διαλέξατε είναι ακριβοί στίχοι, των ακριβών μας ποιητών.

«Επιλέξαμε αριστουργηματικά κείμενα  και τραγούδια. Τι να πρωτοαναφέρω: «Εις Σάμον», μελοποιημένος Κάλβος, την «Εσπέρα» του Καρυωτάκης, «Πόλις» του Καβάφη, «Άσμα Ασμάτων» από το «Μαουτχάουζεν», «Δρόμοι παλιοί» του Αναγνωστάκη, υπέροχα τραγούδια, και επίσης του Χατζιδάκι «Ο Σωκράτης» από τους Όρνιθες και «Κέλλομαι σε Γογγύλα». Ο Καταλειφός διαβάζει καταπληκτικά κείμενα του Ρίτσου, Ελύτη, Σεφέρη, Καρούζου, Λειβαδίτη, και όλων των μεγάλων ποιητών. Και μας ετοιμάζει και μια έκπληξη καθως θα τραγουδήσει το «Ο Γιάννης ο φονιάς» σε στίχους του Γκάτσου, που  θα είναι μια πολύ ιδιαίτερη στιγμή, και μαζί μου το «Δρόμοι παλιοί».

-«Επέστρεφε στην ποίηση». Σε τι άλλο πρέπει να επιστρέψουμε;

«Να κατακτούμε και να προχωράμε μπροστά. Επιστροφή σημαίνει να ακουμπάμε σε ό,τι καλό έχει γίνει στο παρελθόν. Για αυτό πιστεύω ότι ο Μίκης εγγράφεται και στο μέλλον».

-Οι νεότερες γενιές μάλλον δεν επιστρέφουν, περισσότερο ανακαλύπτουν.

«Οι νέοι πρέπει να ψάχνουν και να βρίσκουν. Μόνο τα επιφανειακά πράγματα σβήνουν στο χρόνο. Θα πεθάνει ποτέ το «Άξιον Εστί» ή το «Canto General» που είναι ένας θρύλος; Οι μεγάλες μαγικές στιγμές εγγράφονται για πάντα».

Info: «Επέστρεφε στην ποίηση»
Μια μουσική παράσταση αφιερωμένη στον Μίκη Θεοδωράκη
Με τη Μαρία Φαραντούρη
απαγγέλει ο Δημήτρης Καταλειφός
συμμετέχει ο Βασίλης Γισδάκης
1-2 Οκτωβρίου
τιμές εισιτηρίων: 10€ – 20€
€10.00 φοιτητές, νέοι έως 25 ετών, άνεργοι, ΑμΕΑ, 65+ & πολύτεκνοι
€15.00
€20.00
Στις 7 μ.μ. πριν την έναρξη των δύο μουσικών παραστάσεων, θα γίνουν έκτακτες ξεναγήσεις για το κοινό στην έκθεση «Ο γαλαξίας μου: Μίκης Θεοδωράκης».

Σχολιαστε το αρθρο

ΔΗΜΟΦΙΛΗ