Σάββατο 28 Μαΐου 2022

Χρήστος Νικολόπουλος: Δεν πίστεψα στον εαυτό μου νωρίς. Από το 1968 μέχρι το΄85, ενώ είχα τεράστιες επιτυχίες, ήμουν… «συνοδός ειδώλων»

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Ο μαέστρος του μπουζουκιού και συνθέτης τεράστιων λαΐκών επιτυχιών, μας μιλά για τη ζωή του, τα πρώτα βιώματα που τον καθόρισαν, τις επιτυχίες του,  τις συνεργασίες με μεγάλους τραγουδιστές, τα παράπονα του από συνεργάτες που κάποτε ο ίδιος ευεργέτησε, τις φιλίες που έχει κρατήσει και αυτές που χάλασε, αλλά και τις στενοχώριες του που κάποτε τον οδήγησαν σε κρίσεις πανικού 

της Χρυσούλας Παπαΐωάννου

Εκατοντάδες τραγούδια, αναρίθμητες επιτυχίες που τραγουδήθηκαν από όλους τους Έλληνες, εντός και εκτός γεωγραφικών συνόρων, δόξα και αναγνώριση και μια αξιοζήλευτη καριέρα,  που ξεκίνησε δειλά δειλά με τα ακούσματα και τα βιώματα των πανηγυριών της επαρχίας, και με τη φόρα του ταλέντου-που αναγνώρισαν ευθύς εξαρχής άνθρωποι όπως ο Μανώλης Χιώτης, ο Στέλιος Καζαντζίδης, ο Μανώλης Αγγελόπουλος– εκτοξεύθηκε σε μια πορεία συνεχώς ανοδική. Ναι, ο Χρήστος Νικόλοπουλος, αυτός ο μέγας δεξοτέχνης του μπουζουκιού, ο μαέστρος όπως τον αποκαλούν οι ερμηνευτές και οι μουσικοί που συνεργάζονται μαζί του, παραμένει ακάματος και δημιουργικός, προσφέροντας σε εμάς καλό λαΐκό τραγούδι. Α λα παλαιά. Με γνησιότητα και ψυχή, με αυθεντικότητα, κόντρα στις ιμιτατιόν τάσεις που πλασάρονται, και ενίοτε επικρατούν. Τον συναντήσαμε στο «Περιβόλι του Ουρανού», όπου εμφανίζεται με καλή παρέα, την Πίτσα Παπαδοπούλου, τον Στέλιο Διονυσίου και την Ελεάννα, κάθε Παρασκευή και Σάββατο και Κυριακή μεσημέρι.

Αλλά και λίγες ημέρες πριν αναλάβει και νέα καθήκοντα. Γιατί θα τον δούμε και σε ρόλο παρουσιαστή. Θα είναι συνοικοδεσπότης, μαζί με την Αθηνά Καμπάκογλου στην εκπομπή «Η αυλή των χρωμάτων» η οποία θα μεταδίδεται πλέον κάθε Σάββατο στις 9μμ (ΕΡΤ2)-αρχής γενομένης από το Σάββατο των Χριστουγέννων και με αφιέρωμα στο έργο του-και θα προβάλλει το λαΐκό τραγούδι. Αυτή είναι μια καλή απάντηση σε όσους θεωρούν «πασέ» την λαΐκή μας ψυχή. Τις υπόλοιπες απαντήσεις, τις δίνει ο ίδιος….

pic355

Εμφανίσεις μετά από καιρό, επιτροφή στο φυσικό σας χώρο, στο πάλκο, εξωστρέφεια, επαφή με τους ανθρώπους που αγαπάνε τη μουσική…Με λίγα λόγια, νοιώθετε ότι έχουμε λίγη «κανονική» ζωή πάλι;

«Δε νομίζω ότι μπορούμε να μιλάμε για κανονικότητα γιατί ναι μεν έχουμε προσέλευση- γιατί προφανώς αρέσει το πρόγραμμα μας- αλλά ο κόσμος έχει μια εγκράτεια στο να εκδηλώνεται. Και φυσικά παίζει ρόλο το όλο κλίμα, ο έλεγχος που γίνεται στην πόρτα, εμβολιασμένοι, rapid test, κτλ. Παρ΄ όλα αυτά, πάμε πολύ καλά, έχουμε μια πολύ ωραία παρέα εδώ πέρα, ο κόσμος φεύγει χαρούμενος, διασκεδάζει, και περνάμε κι εμείς όμορφα».

Σκέφτομαι, ότι από τη μια ο κόσμος που έρχεται, μετά από μια περίοδο εγκλεισμού, καταπίεσης, απομόνωσης, θέλει να διασκεδάσει, αλλά ο φόβος και μια αμηχανία παραμένουν, ίσως και μια αγωνία για το πόσο υγιής είναι κάποιος στο διπλανό τραπέζι. Τελικά διασκεδάζουν πραγματικά όσοι έρχονται; Νοιώθετε ότι ο κόσμος είναι «κουμπωμένος»;

«Αυτό που παρατήρησα και που έχει σχέση με την επιπολαιότητα που υπάρχει σε μια μερίδα ανθρώπων είναι ότι περισσότερο εμείς φοβόμαστε, οι καλλιτέχνες δηλαδή, παρά ο κόσμος. Καμιά φορά δεν κρατάνε αποστάσεις, μας πλησιάζουν, μερικές φορές νοιώθουμε φοβισμένοι. Εντάξει, όλοι όσοι μπαίνουν στο μαγαζί είναι εμβολιασμένοι, αλλά υπάρχει πάντα η υποψία ότι κάπου μπορεί να πήγε κάποιος την προηγούμενη μέρα, κτλ. Περισσότερο εμείς φοβόμαστε. Στον χορό είναι ο κόσμος κρατημένος, δεν σηκώνεται πολύ να χορέψει».

Είπατε ότι περισσότερο φοβόσαστε εσείς οι καλλιτέχνες. Ανήκετε σε έναν κλάδο, του πολιτισμού, που στοχοποιήθηκε μέσα στην πανδημία, είστε οι τελευταίοι που επιδοτήθηκαν έστω με αυτά τα λίγα μέτρα στήριξης, είστε ο τελευταίος χώρος που φάνηκε ότι η κυβέρνηση ήθελε να ξαναθέσει σε λειτουργία επιτρέποντας συναυλίες, παραστάσεις, ζήσατε τα «παρατράγουδά» της χωρητικότητας, κτλ, Υπήρχε μια στοχοποίηση των εργαζόμενων στον χώρο του πολιτισμού. Συμφωνείτε;

«Δεν νομίζω ότι ήταν ακριβώς στοχοποίηση, αλλά δεν μας πρόσεξαν όσο έπρεπε, σε αντίθεση με άλλες ευρωπαΐκές χώρες. Δεν είχαμε τη δέουσα στήριξη, ηθοποιοί, μουσικοί αλλά και οι εισπρακτικοί οργανισμοί μας που σταμάτησαν  να εισπράττουν δύο χρόνια. Από την άλλη, σκέφτομαι σαν άνθρωπος ότι όλο αυτό που περάσαμε ήταν σαν πόλεμος και δεν υπήρχε καμιά προετοιμασία από τους φορείς και την πολιτεία, και τα κράτη γενικότερα. Ήταν ένας άγνωστος πόλεμος. Τι να πρωτοσχεδιάσει μια πολιτεία; Τι να πρωτοαντιμετωπίσει; Τι να πρωτοστηρίξει; Ο χώρος μας πάντως, πέρασε πιο δύσκολα από όλους τους χώρους».

Νοιώσατε μόνοι μέσα στην πανδημία; Ο δικός σας κλάδος έχει ζήσει και την περιπέτεια με τα πνευματικά δικαιώματα, η Υπουργός Πολιτισμού άργησε να αδειοδοτήσει τον οργανισμό σας την ΕΔΕΜ και κάνατε έναν τεράστιο αγώνα για το αυτονόητο, να πάρετε την άδεια λειτουργίας.

«Ακριβώς έτσι είναι. Αργήσαμε να πάρουμε την άδεια. Οι επιχειρήσεις ή οι φορείς που λειτουργούσαν έφτασαν στο μηδέν αυτά τα χρόνια, ενώ θα έπρεπε να στηριχθούν. Δεν είμαστε μόνο εμείς βέβαια, είναι και οι άλλοι οργανισμοί, των τραγουδιστών, των μουσικών, κτλ».

Και πριν την πανδημία όμως, η νύχτα δεν είχε αλλάξει; Εσείς την έχετε ζήσει την νυχτερινή ζωή μέσα στις δεκαετίες. Το λαΐκό τραγούδι μιλάει πια στη ψυχή των ανθρώπων όπως παλιά; Τι σημαίνει σήμερα η φράση «πάμε μπουζούκια»; 

«Είναι καλή αυτή η ερώτηση. Έχει δύο σκέλη. Το ένα είναι ότι ο κλάδος μας περνάει κρίση εδώ και χρόνια. Ενώ παλιότερα δουλεύαμε έξι ημέρες, ακόμα και επτά, τα διήμερα άρχισαν από το 1992. Όταν ξεκίνησε η κρίση το 2008 περίπου άρχισαν τα μονοήμερα. Τώρα πια δουλεύουμε μια ημέρα και αυτό για λίγες εμφανίσεις. Για το στυλ του τραγουδιού που επικρατεί τώρα, και όπως είπατε λέγεται λαΐκό ενώ δεν έχει καμία σχέση με το λαΐκό-είναι ένα τραγούδι ποπ με στοιχεία ιμιτατιόν ευρωπαΐκά, αραβικά, το ονομάζουν λαΐκό και αυτό είναι που επικρατεί. Από την άλλη μεριά, βρίσκεται η πολύ κουλτούρα, δεν υπάρχει ο μεσαίος χώρος του λαΐκού τραγουδιού στον οποίο εγώ ανήκω, και που δεν στηρίζεται καθόλου από τα μέσα ενημέρωσης, αυτά που διαμορφώνουν την κατάσταση στο ελληνικό τραγούδι».

Εσείς όμως, γεφυρώνετε λαΐκό με έντεχνο και στα τραγούδια σας και στις συνεργασίες. Από τη μία εμφανίζεστε, όπως τώρα με τον κ. Στέλιο Διονυσίου έναν λαΐκό τραγουδιστή, από την άλλη στον τελευταίο σας δίσκο, «Τα απρόοπτα» (Ogdoo Music Group) συνεργαστήκατε με τον Σταμάτη Κραουνάκη, τον Φοίβο Δεληβοριά, κ.α. Δεν είχατε εσείς προσωπικά ποτέ ούτε στεγανά ούτε προκαταλήψεις.

«Πράγματι, δεν είχα στεγανά. Έχω κάνει τραγούδια που πολλοί δεν γνωρίζουν ότι είναι δικά μου, τα οποία είναι εντελώς έντεχνα, όπως «Της καληνύχτας τα φιλιά», «Αγάπησε με», «Όλου του κόσμου οι Κυριακές», «Βήμα-Βήμα». Η δουλειά αυτή που κάναμε τώρα και κυκλοφόρησε από το «Ogdoo», τα «Απρόοπτα» στηρίχθηκε σε ένα τέτοιο μουσικό στυλ με έναν ευγενή στίχο, του κ. Νίκου Αναγνωστάκη. Τα τραγούδια αυτά γράφτηκαν μέσα στην καρδιά του κορωνοΐού. Ο κ. Αναγνωστάκης είναι πάρα πολύ καλός φίλος μου εδώ και 35 χρόνια και όλο λέγαμε να κάνουμε κάτι, ε και τώρα είχαμε τον χρόνο και συναντιόμασταν μέσα στην πανδημία σαν το … κρυφό σχολείο.. Θέλαμε να κάνουμε έναν δίσκο με τους πιο έντεχνους τραγουδιστές, όπως και έγινε. Εγώ έγραφα σκεφτόμενος τον Σταμάτη Κραουνάκη να πει ένα τραγούδι, τον Μίλτο Πασχαλίδη, τον Θοδωρή Κοτονιά, τον Φοίβο Δεληβοριά, κ.α. Με πολύ χαρά όλα αυτά τα παιδιά ήρθαν να συνεργαστούμε, μου έδειξαν πολύ μεγάλο σεβασμό-και θέλω να το τονίσω αυτό. Η νέα γενιά αυτών των ανθρώπων είναι πολιτισμένα παιδιά, οι περισσότεροι είναι πτυχιούχοι με διάφορες ειδικότητες και έχουν μέσα τους έναν πολιτισμό και αναγνωρίζουν ανθρώπους σαν κι εμένα. Πήγαν όλα καλά, ο δίσκος μας αρέσει, θα βγει και σε βινύλιο. Και είναι κάτι σπάνιο για αυτή την περίοδο που διανύουμε».

Είπατε για τα πτυχία και αναρωτιόμουν το λαΐκό τραγούδι θέλει πτυχία και ωδεία; Εσείς είστε αυτοδίδακτος στο μπουζούκι και εξελιχθήκατε σε έναν φοβερό δεξιοτέχνη του οργάνου αυτού, έχετε θητεία στα πανηγύρια. Το λαΐκό τραγούδι  θέλει άλλη ψυχή; 

«Όπως το λέτε είναι. Το λαΐκό τραγούδι έχει αφετηρία την έμπνευση, το χάρισμα που έχει ένας μουσικός από τον Θεό. Δεν γίνεται λαΐκό τραγούδι με την οδηγία σε κάθε συλλαβή στίχου να βάζεις και μια νότα. Είναι πηγαίο. Εγώ όταν κάθομαι να τραγουδήσω, επειδή γνωρίζω και πολύ καλά το μπουζούκι-τουλάχιστον για αυτό θέλω να λέω ότι είμαι καλός στο όργανο-πιάνω το μπουζούκι αρχίζω να παίζω διάφορους δρόμους, βλέπω τον στίχο που με πάει, και σιγά σιγά κατεβαίνει η μελωδία».

Άλλωστε, εάν θυμάμαι καλά έχετε πει ότι το μεταπτυχιακό σας εσείς το κάνατε κοντά στον Μανώλη Χιώτη.

«Ναι, είχα πολλές εμπειρίες και βιώματα που παίζουν τον ρόλο τους. Κάποιοι νεότεροι δεν πρόλαβαν προφανώς να έχουν βιώματα. Εγώ εμφανίστηκα στο μεταίχμιο της αλλαγής του ελληνικού τραγουδιού, από το ρεμπέτικκο στο λαΐκό και από το λαΐκό στο έντεχνο. Όλα τα έζησα και δούλεψα με όλους αυτούς, και με τον Χιώτη που ήταν το ίνδαλμα όλων των δεξιοτεχνών του μπουζουκιού. Πρόλαβα και δούλεψα με τον Χιώτη μια ολόκληρη σεζόν».

Στα πολύ μικρά σας χρόνια, 16, 17, 18 χρονών σας εμπιστεύτηκαν οι τεράστιοι της εποχής, ο Χιώτης, ο Καζαντζίδης, ο Αγγελόπουλος. Από πολύ νέος συνεργαστήκατε με ανθρώπους θρύλους. Σας ξεχώρισαν και σας εμπιστεύτηκαν. 

«Ναι, δεν ξεκίνησα όμως, έτσι. Έκανα αγώνα, περιπλανώμενος εδώ και εκεί, στην Κρήτη, την Κόρινθο, τη Θεσσαλονίκη. Σιγά σιγά άρχισα να παίζω στα μικρά στούντιο και με γνώρισαν οι καλύτεροι μουσικοί και τραγουδιστές. Πρόλαβα και έπαιξα με κάποιους από τους ρεμπέτες, με τον Παγιουμτζή, τον Παπαΐωάννου, με τον Αγγελόπουλο, μετά τον Καζαντζίδη, την Πόλυ Πάνου και σχεδόν με όλους τους τραγουδιστές. Είχα μια φυσική εξέλιξη βιώνοντας όλα αυτά τα υπέροχα πράγματα που έπαιξαν ρόλο μετά στη διαμόρφωση της δικής μου προσωπικότητας».

Σε σκυλάδικο δεν παίξατε ποτέ.

«Όχι, ήμουν πάντα στους καλύτερους χώρους. Και επειδή δούλεψα πολλά χρόνια με τον Γιώργο Νταλάρα, περίπου 12 χρόνια, κάναμε και πολλούς δίσκους μαζί, δουλεύαμε στις μπουάτ στην αρχή, από το ΄74 έως το ΄84, μετά στα καλύτερα κέντρα. Είχα όμως, και το περιθώριο της επιλογής, γιατί κατά κάποιο τρόπο είχα ζήτηση».

pic428

«Δεν πίστεψα στον εαυτό μου νωρίς. Από το 1968 που έγραψα το πρώτο μου τραγούδι, μέχρι το ΄85, που είχα γράψει τεράστιες επιτυχίες, ήμουν μπουζουξής πίσω από τις πλάτες κάποιου τραγουδιστή, «συνοδός ειδώλων», όπως λέει ένας συνάδελφος μου

Γίνατε φίρμα νωρίς. 

«Δεν πίστεψα όμως, στον εαυτό μου νωρίς. Από το 1968 που έγραψα το πρώτο μου τραγούδι, μέχρι το ΄85, που είχα γράψει τεράστιες επιτυχίες, ήμουν μπουζουξής πίσω από τις πλάτες κάποιου τραγουδιστή, «συνοδός ειδώλων», όπως λέει ένας συνάδελφος μου. Από το ΄85 και έπειτα, πήρα τη σκυτάλη στα χέρια μου, και έγινα σε εισαγωγικά αρχηγός ενός συγκροτήματος, έκανα τα δικά μου προγράμματα. Και από εκεί και πέρα ήρθε η μεγάλη αναγνώριση».

Δεν μπορώ να μη σας ρωτήσω, η περιβόητη κόντρα που είχατε με τον Στέλιο Καζαντίδη που κατέληξε στα δικαστήρια και σε μια  τρομακτική δημοσιότητα, τι συναισθήματα σας προκαλεί σήμερα;

«Πούλαγε το θέμα. Τελοσπάντων, έχουν περάσει 21 χρόνια, το έχω ξεχάσει».

Νοιώθετε πίκρα, παράπονο;  Γιατί είχατε μια δυνατή φιλία.

«Όχι, καθόλου. Τότε ήμουν πολύ νευριασμένος γιατί με πείραξε πολύ ο Καζαντζίδης, αλλά τα χρόνια τα έχουν απαλύνει αυτά τα συναισθήματα».

Τελικά κ. Νικολόπουλε φιλίες στο χώρο σας υπάρχουν; Μπορούν να κρατήσουν; 

«Είναι δύσκολο να πούμε ότι είναι κανείς πραγματικός φίλος. Εγώ έχω δημιουργήσει ένα σωρό τραγουδιστές από το μηδέν και δυστυχώς κάποιοι δεν συνεχίσαν να μου δείχνουν τη φιλία τους. Τι εννοώ; Να τους καλέσω, για παράδειγμα, σε μια συναυλία να τραγουδήσουν. Κάποιοι δεν μου το έδειξαν αυτό εγκάρδια ή το έκαναν με πίεση. Παρ΄ όλα αυτά έχω ορισμένους πολύ καλούς φίλους, πιθανόν επειδή είμαι πολύ υποχωρητικός, κατάφερα να κρατήσω σχέση πολύ καλή με πολλούς ανθρώπους».

Όπως;

«Με τον Γιώργο Νταλάρα, την Χαρούλα Αλεξίου, με την Ελευθερία Αρβανιτάκη που είναι η καλύτερη μου φίλη».

Όταν λέμε φιλία, δηλαδή πέρα από την καλή σχέση που σημαίνει ότι θα έρθουν και σε μια συναυλία, κάνετε παρέα, πίνετε καφέ, τα λέτε;

«Βεβαίως. Η έννοια του φίλου είναι να κάθεσαι να του λες τον πόνο σου και τα προβλήματα σου, να ανταλλάσσετε απόψεις. Αυτό δεν γίνεται με πολλούς».

«Δεν κάπνισα τσιγάρο, ούτε άλλες ουσίες ποτέ, δεν πίνω καθόλου-ένα κρασάκι που και πού, όπως πολλοί άνθρωποι»

Η νύχτα και ειδικά το λαΐκό τραγούδι, τα μπουζούκια, είναι συνυφασμένα με καταχρήσεις, τσιγάρα, αλκοόλ, μεθύσια. Εσείς πώς δεν παραστρατήσατε; Είναι θέμα πειθαρχίας; Είχατε δίπλα σας παραδείγματα προς αποφυγήν; Έτσι σας μεγάλωσε η οικογένεια σας; Πώς το εξηγείτε; Είστε τόσο εγκρατής;

«Αυτή την εγκράτεια την είχα από μικρός επειδή είμαι από συντηρητική οικογένεια, παραδοσιακή και φτωχή, ζήσαμε όλες τις κακουχίες της φτώχειας. Όταν ήρθα στην Αθήνα 16 ετών είχα ένα αίσθημα αυτοπροστασίας και έβλεπα τα κακά τριγύρω μου και έφευγα μακριά. Δεν συγκινήθηκα ποτέ, αντιθέτως γελούσα μαζί τους για τη χρήση αυτών που έκαναν και τους έβλεπα που ήταν περίεργοι. Μου έλεγαν μα «πώς κάνεις τραγούδια, δεν πίνεις κανά τσιγαράκι;». Απαντούσα «και εγώ έχω απορία, πώς εσείς κάνετε τέτοιες χρήσεις και μπορείτε και λειτουργείτε;». Δεν κάπνισα τσιγάρο, ούτε άλλες ουσίες ποτέ, δεν πίνω καθόλου-ένα κρασάκι που και πού, όπως πολλοί άνθρωποι».

Έχετε παρ όλα αυτά χάσει ποτέ τον έλεγχο; Έχετε περάσει και μια περιπέτεια στο παρελθόν με κρίσεις πανικού. Χάσατε τον έλεγχο τότε;

«Όχι τον έλεγχο δεν τον έχασα ποτέ. Ήμουν προγραμματιστής στη ζωή μου, είχα στόχους, τους οποίους εκπλήρωνα και μου δίνονταν απλόχερα τα πράγματα. Πέρασα μια περίοδο με κρίσεις πανικού, κυρίως με τα αεροπλάνα, που μου γύρισε και λίγο στα ψυχολογικά. Δεν ήταν όμως, σε ακραία μορφή, προσπάθησα να το ελέγξω. Για κάποια χρόνια βέβαια, δεν έμπαινα σε αεροπλάνο. Λειτουργούσα όμως, πάντα κανονικά και τώρα είμαι πολύ καλά».

Και τι πιστεύετε ότι πυροδότησε αυτήν την κατάσταση τότε; Οι ειδικοί λένε ότι όταν συμβαίνει αυτό, το σώμα χτυπά καμπανάκι, το σώμα θέλει να μιλήσει. 

«Φυσικά του μυαλού είναι αυτές οι καταστάσεις, αλλά κι αυτό παίρνει εντολές και από τα υπόλοιπα μέλη του σώματος, από την καρδιά, την ψυχή. Είχα στενοχώριες, από συναδέλφους. Είχα πολλά προβλήματα με συναδέλφους μου μουσικούς, οι οποίοι μόλις είδαν ότι τους «ξέφυγα» και δεν είμαι μουσικός απλός, είχαν πρόβλημα μαζί μου. Η αντιμετώπιση ήταν μίσος, φθόνος, λόγια. Τα κρατούσα μέσα μου. Λένε ότι είμαι μαλακός και ήρεμος άνθρωπος, πράγματι, αλλά όταν κάποιος με πειράξει πολύ γίνομαι «στραβός» άνθρωπος και εκδηλώνομαι άσχημα. Το έχω κάνει λίγες φορές στη ζωή μου. Όταν εκδηλώνεσαι φεύγει το βάρος από μέσα σου. Εκείνη την περίοδο όμως, δεν το έκανα και έτσι μου ξέσπασε σε πανικό σε ένα μικρό ταξίδι από εδώ έως την Κρήτη και μετά συνέχισε  για κάποια χρόνια».

Συγγνώμη που επανέρχομαι, αλλά στην περίπτωση της κόντρας με τον Καζαντζίδη, ξεσπάσατε τότε. Δεν κρύψατε τον θυμό και τα συναισθήματα σας.

«Αυτό είναι πολυποίκιλο θέμα, ας το αφήσουμε».

Πάμε παρακάτω. Μιλήσαμε για τον δίσκο σας, τα «Απρόοπτα». Τα απρόοπτα στη ζωή σας πώς τα διαχειρίζεστε;

«Καμιά φορά εκπλήσσομαι για κάποια πράγματα που συμβαίνουν, αλλά έτσι είναι η ζωή. Όταν τυχαίνει κάτι δύσκολο προσπαθώ να το αντιμετωπίσω με ήρεμο τρόπο».

img168 1

Στο πολύ ωραίο σχήμα που έχετε φέτος, συνεργάζεστε και με τον Στέλιο Διονυσίου. Έχετε βέβαια, και μια «χρυσή» συνεργασία με τον πατέρα, Στράτο Διονυσίου.

«Έχουμε κάνει και έναν δίσκο με τον Στράτο, τον «Σαλονικιό», που ήταν μεγάλη επιτυχία. Και σε κέντρα δουλέψαμε τότε. Και με τον Στέλιο κάναμε έναν δίσκο πριν 2 χρόνια, δεν πήγε καλά λόγω των καταστάσεων που επικρατούν στον ραδιοφωνικό χώρο. Ο Στέλιος είναι ένα υπέροχο παιδί, ένας ευγενέστατος άνθρωπος, ένας πραγματικός φίλος, και έχει φοβερό χιούμορ-μου αρέσει πολύ το χιούμορ. Περνάμε πάρα πολύ ωραία, κάνουμε παρέα».

Θα σας πειράξει εάν σας πω ότι δεν φαίνεστε άνθρωπος της πλάκας; Περνάτε την εικόνα ενός πολύ σοβαρού, λίγο ψυχρού ανθρώπου, και υπερισχύει μια αίσθηση σεμνότητας-να κάνουμε τόσην ώρα συνέντευξη και κοιτάτε σε μια συγκεκριμένη γωνία του δωματίου.

(γελάει). «Δεν εκδηλώνομαι. Το χιούμορ το κάνω στην παρέα μου. Με τους ανθρώπους είμαι λίγο επιφυλακτικός γιατί θέλω να ξέρω τι έχουν μέσα τους».

Είστε δηλαδή πλακατζής; Πειραχτήρι; Ταράζετε την ορχήστρα στην πλάκα;

«Πολύ. Δεν μπορείτε να φανταστείτε. Εγώ τους ανεβάζω όλους».

Άρα και σε αυτό είστε ο μαέστρος. Φτιάχνετε το καλό το κλίμα…

«Βέβαια. Είμαι και τελειομανής. Εκεί λίγο τα βρίσκουν δύσκολα μαζί μου γιατί όταν τελειώνει μια πρόβα, εγώ νομίζω ότι αρχίζει! Τους λέω «τώρα αρχίζουμε». Και είναι ένα πρόβλημα αυτό».

Στις δουλειές σας είστε δηλαδή και της καλοπέρασης; Και εννοώ ότι όταν διαλέγετε σχήμα για εμφανίσεις, έχετε στο μυαλό σας, πέρα από το καθαρά επαγγελματικό κομμάτι, να επιλέξετε και ωραίους ανθρώπους με τους οποίους έχετε χημεία, ώστε να περάσετε καλά;

«Αυτό είναι το κυριότερο στοιχείο. Θέλω να είναι καλοί οι συνεργάτες μου, καλά παιδιά. Εντάξει, όταν τύχει κάποιος «στραβός»-που έχει τύχει αρκετές φορές-δεν τα βροντάω, να διαλύσω δουλειά, αλλά κάνω υπομονή και περνάω δύσκολα. Κι όταν τελειώσει η σεζόν, δεν ξαναδουλεύω με κάποιον με τον οποίο δεν πέρασα καλά».

«Εμπιστεύομαι πολύ τους νέους και απόδειξη είναι ότι μέσα στα χρόνια εμπιστεύτηκα άγνωστους τραγουδιστές. Για παράδειγμα, ο Δημήτρης Μπάσης»

Λέγαμε πριν ότι όταν ήσασταν σε νεαρή ηλικία σας επέλεξαν και σας ξεχώρισαν άνθρωποι πολύ σημαντικοί, ερμηνευτές μεγάλοι που έκαναν κουμάντο στα μαγαζιά, στα σχήματα, στις ορχήστρες και έχετε ζήσει και την γενναιοδωρία μιας παλιότερης γενιάς. Εσείς εμπιστεύεστε ανθρώπους; 

«Εμπιστεύομαι πολύ τους νέους και απόδειξη είναι ότι μέσα στα χρόνια εμπιστεύτηκα άγνωστους τραγουδιστές. Για παράδειγμα, ο Δημήτρης Μπάσης, ο οποίος πέρασε οντισιόν. Ερχόταν από Θεσσαλονίκη να τον ακούσουμε στην «Μέδουσα» που δουλεύαμε τότε με την Κατερίνα Κούκα. Με πήραν κάποιοι φίλοι τηλέφωνο και μου είπαν είναι ένας καλός τραγουδιστής. Τον εμπιστεύτηκα και του έδωσα μεγάλη επιτυχία, το «Ψίθυροι καρδιάς» και από εκεί ξεκίνησε. Βέβαια, το άξιζε. Και πολλούς άλλους εμπιστεύτηκα. Τον Λεωνίδα Βελή για το τραγούδι «Και το βράδυ, το βραδάκι», την Κατερίνα Κούκα με το «Δεν υπάρχουν άγγελοι». Τον Μιχάλη Δημητριάδη με των «Αγγέλων τα μπουζούκια». Ήταν άγνωστοι τραγουδιστές. Τις περισσότερες όμως, φορές, ξέρετε, το κάνω όταν βλέπω ότι το αξίζει ο άλλος. Πολλές φορές και λόγω φιλίας, δίνω τραγούδια και σε ανθρώπους που δεν το αξίζουν. Είμαι λίγο απ΄ αυτούς που δεν λένε εύκολα «όχι»».

Είναι όμως, αυτή η μεγαλύτερη ευχαρίστηση; Να έχουν περάσει τα χρόνια και να ξέρουμε ότι σπουδαίοι τραγουδιστές ήταν δική σας ανακάλυψη;

«Πάρα πολύ μεγάλη ευχαρίστηση. Και ικανοποίηση γιατί, ξέρετε, με έχουν κατηγορήσει στο παρελθόν ότι «α εσύ δούλευες με τον Νταλάρα και για αυτό έκανες επιτυχίες». Μα δεν είναι έτσι. Έκανα επιτυχίες με τον Μιχάλη Δημητριάδη, που δεν τον ήξερε κανείς, με ένα τραγούδι συγκλονιστικό. Αν το τραγούδι δεν έχει τις προδιαγραφές να γίνει επιτυχία όποιος και να το πει, κι ο μεγαλύτερος τραγουδιστής, δεν γίνεται επιτυχία».

Για να κλείσουμε ήθελα να σας ρωτήσω εάν, μετά από τόσα χρόνια κι όλη αυτή την πορεία, την καριέρα, την αναγνωρισιμότητα, σας καθορίζει ακόμα η μουσική καταγωγή και τα βιώματα σας, τα πανηγύρια, τα φτωχικά χρόνια με τα όνειρα μπροστά. Τώρα τα έχετε κατακτήσει τα όνειρα σας. Κάποια στιγμή μήπως καθώς έρχεται η φήμη και η καριέρα, τα αφήνουμε και πάμε λίγο παρακάτω;

«Είχα όλες αυτές τις επιρροές και είμαι πολύ περήφανος. Επειδή ξεκίνησα νωρίς, όπως σας είπα ήρθα 16 χρονών στην Αθήνα, γνώρισα τους ρεμπέτες, τους έντεχνους, έπαιξα σε τραγούδια του Μαρούδα, όλα αυτά τα βίωσα και πώς να σας το πω… σαν να γράφτηκαν σε ένα μαγνητόφωνο και τα κράτησα μέσα μου. Πηγαίναμε στην Αμερική, τότε που κάναμε πολλές συναυλίες, με τον Νταλάρα, την Αλεξίου, τον Πάριο, και καθόμασταν δυό μήνες, κάναμε 20 συναυλίες. Παρακολουθούσα τις ξένες τηλεοράσεις, άκουγα αμερικάνικες ορχήστρες, γνώρισα τον Μπελαφόντε. Όλα αυτά, με επηρέασαν. Δούλεψα με μαέστρους της μοντέρνας μουσικής, του ελαφρού τραγουδιού. Είχα όμως, πάντα στο νου ότι πρέπει να δώσω την δική μου προσωπικότητα στα τραγούδια που μελοποιώ. Και αυτό έκανα».

Και πάντοτε ταμένος στο μπουζούκι, το οποίο, φαντάζομαι, για εσάς είναι ιερό.

«Φυσικά. Παλιά ήταν κακό όργανο. Το μπουζούκι όμως, είναι ένα όργανο που «μιλάει» και μπορείς να το χρησιμοποιήσεις σε οποιαδήποτε μουσική. Απόδειξη ότι κάποιων πιτσιρικάδων πετάνε τα χέρια τους και παίζουν και παγκανίνι, και τέτοιου είδους όργανα».

«Κάποιοι ραδιοφωνατζήδες επιχείρησαν να μας δώσουν “γραμμή” να μην βάζουμε μπουζούκια στα τραγούδια»

Υπάρχει Έλληνας που, ό,τι μουσική και να προτιμάει, μένει ασυγκίνητος όταν ακούει μπουζούκι;

«Έχετε δίκιο. Υπάρχει ένας δεξιοτέχνης του μπουζουκιού που παίζει και κιθάρα, ο Μιχάλης ο Παούρης, που είναι ένα παιδί θαύμα. Τον ακούς και δεν πιστεύεις πόσο γρήγορα παίζει και πόσο δύσκολα πράγματα. Κάποιοι ραδιοφωνατζήδες επιχείρησαν να μας δώσουν «γραμμή» να μην βάζουμε μπουζούκια στα τραγούδια».

Σχολιαστε το αρθρο

ΔΗΜΟΦΙΛΗ