Παρασκευή 14 Ιανουαρίου 2022

Ο «Μπάρακ», το τελευταίο γράμμα και η αυτοθυσία – Η ιστορία δύο ποδοσφαιριστών που πέθαναν για την Ελλάδα

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Πλήρωσε και ο ελληνικός αθλητισμός το βαρύ τίμημα του πολέμου το 1940. Και δεν ήταν μόνο οι νεκροί για τους οποίους δεν έχει γίνει ακόμα πλήρης καταγραφή. Ήταν και οι τραυματίες. Νέα παιδιά που ήθελαν να δίνουν μάχες στους στίβους και βρέθηκαν να κάνουν αληθινό πόλεμο. Κάποιοι άφησαν εκεί τα όνειρά τους για αθλητικές διακρίσεις καθώς οι σοβαροί τραυματισμοί ή τα κρυοπαγήματα, δεν τους επέτρεψαν να συνεχίσουν την αθλητική τους δράση.

Μεταξύ όλων αυτών υπάρχουν δύο συγκινητικές περιπτώσεις ποδοσφαιριστών που είχαν φορέσει και τη φανέλα της Εθνικής ομάδας.

Το ματωμένο γράμμα του Μίμη Πιερράκου

Ο Δημήτρης Πιερράκος ήταν συμπαίκτης του Άγγελου Μεσσάρη και των άλλων μεγάλων ποδοσφαιριστών που κέρδισαν το μοναδικό προπολεμικό πρωτάθλημα του Παναθηναϊκού το 1930. Έπαιζε έξω αριστερά.

Είχε γεννηθεί στο Γύθειο, το 1909. αλλά από μικρός ήρθε με την οικογένειά του στην Αθήνα. Ξεκίνησε να παίζει μπάλα στην Ένωση Αμπελοκήπων για να τον εντοπίσουν οι υπεύθυνοι των «πρασίνων» και να τον πάρουν στην ομάδα τους το 1926 όταν ήταν 17 χρόνων. Έπαιξε σε ένα ματς με το Γουδί, αλλά η καθιέρωση άργησε δύο χρόνια, όταν ο Μιχάλης Παπαδόπουλος ολοκλήρωσε τη δική του καριέρα. Έπαιξε 4 φορές στην εθνική ομάδα (1931-33) και σημείωσε ένα γκολ στη Λεωφόρο κόντρα στη Γιουγκοσλαβία.

Δυνατός με θεαματικές ενέργειες δεν άργησε να αποκτήσει φίλους στην ομάδα. Ενώ όμως στο γήπεδο έλαμπε το άστρο του στη προσωπική του ζωή βίωσε δύο τραγωδίες. Ο αδελφός του Τάκης ήταν αεροπόρος. Σκοτώθηκε δοκιμάζοντας ένα αεροπλάνο «Μπρέγκε 14».Το αεροπλάνο υψώθηκε εκατό μέτρα, αλλά τα πηδάλια δεν λειτούργησαν. Λίγο αργότερα, από το μαράζι, πέθανε κι ο πατέρας του. Η μάννα τους έπρεπε τώρα να προσέχει τον Στέφανο που πήγε κι αυτός στην αεροπορία, τον Μίμη, τον Γιάννη και τη Μαρία.

Η 28η Οκτωβρίου 1940 βρήκε τον «Μπάρακ» να τρέχει στο στρατολογικό γραφείο για να καταταχτεί. Εκεί του είπαν ότι μπορούσε να μείνει στα μετόπισθεν επειδή ήταν περασμένης κλάσης, αλλά και γνωστός. Με λίγη καλή θέληση και κάποιο μέσο θα βρισκόταν η άκρη. Το μέσον υπήρχε, ο αδελφός του, αλλά δεν το συζήτησε. Πήγε στο μέτωπο ως ασυρματιστής.

Επειδή ήταν καλογυμνασμένος έπαιρνε τον ασύρματο στη πλάτη και προχωρούσε όπως όλος ο στρατός. Στις 17 Νοεμβρίου έπιασε ένα Ιταλό αεροπόρο που είχε πέσει με το αλεξίπτωτό του αιχμάλωτο και πήγε τα σχετικά «μπράβο» από τους ανωτέρους του.

Στις 18 Νοεμβρίου η μονάδα του Πιερράκου βρισκόταν στο χωριό Διποταμιά. Εκεί κάποια στιγμή άρχισε το Ιταλικό πυροβολικό τις βολές. Όλοι έτρεξαν να κρυφτούν. Ο Πιερράκος όμως συνέχισε να γράφει το γράμμα στον αδελφό του. Κι εκεί τον βρήκε ένα θραύσμα οβίδας που τον σκότωσε!

Το τελευταίο γράμμα του έδειχνε και τον χαρακτήρα του. Αγνό και γεμάτο αγάπη για όλους:

18-11-1940

Αγαπητέ μου αδελφέ Στέφανε,

Σας έστειλα πέντε γράμματα. Δόξα τω Θεώ είμαι καλά.

Στο προηγούμενο γράμμα μου σας έστειλα τη σύσταση μου, η οποία σήμερα άλλαξε, μην ανησυχείτε όμως διότι και με την παληά θα το λάβω.

Τώρα η σύστασίς μου είναι: Σ’ Σύνταγμα Βαρέως Πυροβολικού, 2α Μοίρα διοικήσεως Τ.Τ 212

Μη ξεχάσεις Στέφανε να μου στείλεις ένα πουλόβερ, μερικά ξυραφάκια, τσιγάρα και λίγο χαρτζιλίκι για κανένα καφεδάκι όταν μπαίνουμε σε κανένα χωριό και για κονιάκ.

Σήμερα, όπως και κάθε μέρα μας επισκέφθηκαν εχθρικά αεροπλάνα . Έγινε αερομαχία. Τους ρίξαμε τρία. Το ένα από αντιαεροπορικό πυροβολικό.

Από το ένα αεροπλάνο γλύτωσαν τρεις με αλεξίπτωτο. Τον έναν εξ αυτών τον έπιασα εγώ. Είχε πέσει 5 χιλιόμετρα μακρυά μας. Αν έβλεπε το τρέξιμό μου ο Σίμισεκ σίγουρα θα με έβαζε στην εθνική για τα 5.000μ. Τον έφερα στο Διοικητή. Επήρα το αλεξίπτωτο το οποίο είχε σχισθή από ένα δένδρο και το μοιράσαμε στους άνδρες για μαντηλάκια. Έχω φυλάξει για τη Μαρία. Έπειτα από τα σχετικά συγχαρητήρια κάθησα να σας γράψω με ένα φόβο μήπως αυτά που γράφω δεν εγκριθούν και δεν λάβετε το γράμμα μου, γι’ αυτό περιορίζομαι και δεν σας γράφω νέα του Μετώπου παρά μόνο πως πάμε Υπερ-Υπέροχα.

Αν δεν είχα έλλειψι νέων σας θα νόμιζα πως βρίσκομαι σε εξοχή. Αυτό όμως με κάνει να ανησυχώ και να περιμένω με αγωνία γράμμα σας που να μου λες πως η Μαμά, η Μαρία κι ο Γιάννης είναι τελείως καλά,

Φίλησέ μου τη Μαμά και τη Μαρία, πολλές φορές καθώς και τον Γιάννη, κι εγώ φιλώ εσένα, αδελφές μου Στέφανε.

ΜΙΜΗΣ

Μαμακούλα μου γειά σου. Είμαι πολύ – πολύ καλά, να είσαι ήσυχη, πες το και της Μαρίας και δέξου ακόμα ένα φιλί.

ΜΙΜΗΣ

Μαρία μου σε φιλώ και σε παρακαλώ να είσθε τελείως ήσυχοι. Γράψε στη Νίκη, αν σου είνε εύκολο, όχι όμως καλλιγραφικά.

ΜΙΜΗΣ

Το μυστικό του αδελφού

Ο αδελφός του κράτησε μυστικό τον θάνατό του από την μάννα τους που πέθανε κι αυτή λίγο αργότερα. Το γράμμα που την ενημέρωσε για το θάνατο του Μίμη το κράτησε αυτός. Της είπε απλά ότι ήταν αγνοούμενος. Διαβάστε το γράμμα που δεν διάβασε ποτέ η μάνα του Πιερράκου:

Σ’ ΣΥΝΤΑΓΜΑ

Β΄ΠΥΡΟΒΟΛΙΚΟΥ

Αρ.Πρωτ. 858

Προς Κυρίαν Πιερράκου

Αθήνα

Κυρία,

Το Σύνταγμα με μεγάλην θλίψην λαμβάνει την τιμήν να σας αναγγείλει ότι ο προσφιλής υιός σας δεν ζη πλέον.

Φονικόν βλήμα ανάνδρου εχθρού απεστέρησε την οικογένειάν του, το Σύνταγμα, την Πατρίδα, προσφιλούς και πολυτίμου τέκνου.

Εις τα ψυχάς όλων ημών μένει αλησμόνητον το αγέρωχον παράστημα, η μεγαλειώδης ψυχραιμία και ο τίμιος ηρωϊσμός του εκλιπόντος υιού σας.

Ήρωες, ωσάν τον Μίμη Πιερράκον δεν αποθνήσκουν, αλλά ζουν εις τα καρδίας όλων των Ελλήνων και ως λαμπρός φάρος καταυγάζουν την οδόν της Δόξης και της Νίκης της μεγάλης μας Πατρίδος.

Ο Πανάγαθος Θεός ας απαλύνη την καρδίαν δεινώς τρωθείσης μητρός, αδελφών και συγγενών και ας ελαφρύνει την γην ήτις τον εδέχθη εις μνήνην αιωνίαν.

Εν ΤΤ 212 τη 16η Δεκεμβρίου 1940

Ο Διοικητής του Συντάγματος

Ο Στέφανος Πιερράκος λόγω της στρατιωτικής του ιδιότητας είχε ενημερωθεί νωρίτερα για τις συνθήκες θανάτου του αδελφού του με το παρακάτω γράμμα:

Εν ΤΤ 212 11-12-1940

Η Σ2 Μοίρα Β.Πυροβολικού

-Περί συνθηκών θανάτου ασυρματιστού Πιερράκου Δημ.

Λαμβάνω την τιμήν ν’ αναφέρω ότι ο ασυρματιστής Πιερράκος Δημ, εφονεύθη υπό βομβαρδισμού εχθρικής αεροπορίας, υπό τας κάτωθι συνθήκας:

Ο Σταθμός Ασυρμάτου ευρίσκετο προσωρινώς εγκατεστημένος εντός οικίας του χωρίου Διποταμιά. Την προηγούμενην ημέραν του θανάτου του ο Σταθμάρχης διετάχθη να μεταφέρη τον Σταθμόν εις χώρον όπισθεν της Πυροβολαρχίας Λοχ.Τσαταλού, αλλά ούτος δεν εξετέλεσε την διαταγήν και εκράτησε τον Σταθμόν εις Διποταμιάν μέχρις ώρας 11ης π.μ της άλλης ημέρας ότε διετάχθη συναγερμός.

Την στιγμήν εκείνην ο Πιερράκος έγραφε επιστολήν εις την μητέρα του και παρά τας ρητάς διαταγάς της Μοίρας περί αποκρύψεως πάντων εις καταφύγια, ούτος παρέμεινεν γράφων. Πέριξ του χώρου αυτού έπεσαν πέντε βόμβαι.

Όταν μετά το πέρας του συναγερμού οι άλλοι ασυρματισταί εξήλθον του καταφυγίου, εύρον τον Πιερράκον νεκρόν κτυπηθέντα εις την κεφαλήν από θραύσματα οβίδος

Η αναζήτηση των οστών

Ο Πιερράκος όπως και χιλιάδες άλλοι Έλληνες στρατιώτες θάφτηκε στην Αλβανία. Το θέμα απασχολεί ακόμα το υπουργείο Εθνικής Άμυνας που θέλει να ικανοποιήσει το αίτημα των συγγενών των νεκρών και να φέρει τα οστά τους στην Ελλάδα.

Ο Στέφανος Πιερράκος κατάφερε να βρει τα οστά του αδελφού του και τον τόπο που είχαν ταφεί. Αρωγός του στη προσπάθεια αυτή ήταν ο άνθρωπος που τον έθαψε και προερχόταν από τον χώρο του αθλητισμού κι αυτός. Ήταν ο έφεδρος λοχίας, τότε, Χαράλαμπος Παπαδόπουλος που είχε διατελέσει προπολεμικά σύμβουλος στον Άρη. Αυτός υπέδειξε τον τόπο, αλλά κι ένα Έλληνα βορειοηπειρώτη που είχε βοηθήσει στη ταφή. Ήταν ένα 15χρονο παιδί, από το χωριό που λεγόταν Ιωσήφ.

Το 1950 λίγο μετά το τέλος του εμφυλίου πολέμου ο Στέφανος Πιερράκος κατάφερε να πάει στην Αλβανία και να βρει τον Ιωσήφ που είχε γίνει στο μεταξύ άνδρας. Εκεί βρήκαν τον τάφο του «Μπάρακ». Αναγνώρισε το κρανίο του αφού λίγο πριν τον πόλεμο είχε βγάλει κάποια δόντια της κάτω σιαγόνας και μετέφερε τα οστά του στην Ελλάδα.

Στις 19 Νοεμβρίου 1950 τα οστά τυλίχτηκαν με τη σημαία του Παναθηναϊκού και θάφτηκαν στον οικογενειακό τάφο στο Νεκροταφείο Ζωγράφου.

.

Νίκος Σωτηριάδης, το τελευταίο πέναλτι στον τερματοφύλακα του ΠΑΟΚ

Ήταν από τους τερματοφύλακες που ονομάζεις… ηρωικούς. Σε γήπεδα χωμάτινα δεν δίσταζε να πέφτει στα πόδια των κυνηγών της εποχής με κίνδυνο να τραυματιστεί σοβαρά, ακόμα και να σκοτωθεί. Ο Νίκος Σωτηριάδης δεν υπολόγιζε τίποτε απ’ όλα αυτά. Γιαυτό και οι φίλαθλοι των χειροκροτούσαν σε κάθε επέμβασή του. Τον ίδιο ηρωισμό έμελλε να δείξει και στα βουνά της Αλβανίας.

Γεννήθηκε στα Μουδανιά της Προύσας το 1908 και με τη Μικρασιατική Καταστροφή βρέθηκε στην Θεσσαλονίκη με τα απομεινάρια της οικογένειάς του. Ξεκίνησε να παίζει μπάλα στην ανεξάρτητη ομάδα «Λευκός Αστήρ» και το 1932 πήγε στον ΠΑΟΚ. Όμως εκεί υπήρχε ένας καλός τερματοφύλακας, ο Χαλκιάς κι ο Σωτηριάδης έπρεπε να περιμένει. Στις 19 Φεβρουαρίου 1933 παίζει κόντρα στον Ηρακλή. Κατεβάζει τα ρολά, ο ΠΑΟΚ κερδίζει 4-1 και καθιερώνεται βασικός.

Στην εθνική ομάδα έπαιξε μία φορά, ήταν ο πρώτος παίκτης της ομάδας που πέρασε το κατώφλι της. Ήταν στον αγώνα με τη Παλαιστίνη που αποτελούσαν Ισραηλινοί ποδοσφαιριστές για τα προκριματικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1938. Ήταν 20 Φεβρουαρίου και στις 15ο λεπτό ο ομοσπονδιακός τεχνικός Κώστας Νεγρεπόντης τον πέρασε στη θέση του Σπύρου Σκλαβούνου του Παναθηναϊκού ο οποίος είχε τραυματιστεί. Η Ελλάδα νίκησε και πέρασε στον επόμενο γύρο όπου αποκλείστηκε από την Ουγγαρία με 11-1.

Ο Σωτηριάδης ήταν λοχίας στον ελληνοϊταλικό πόλεμο. Στις 28 Ιανουαρίου στο ύψωμα του Τσέροβας είδε ένα συμπολεμιστή του να πέφτει αιμόφυρτος. Ο Σωτηριάδης βγήκε από το προκάλυμμα και πήγε να τον βοηθήσει. Μια ριπή ιταλικού πολυβόλου του έκοψε το νήμα της ζωής.

Σχολιαστε το αρθρο

ΔΗΜΟΦΙΛΗ