Σάββατο 16 Οκτωβρίου 2021

Ο «πολιτικός» James Bond – Είναι αριστερός ή δεξιός;

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Πέρα από όλα τα γνωστά και χιλιοειπωμένα, υπάρχουν κάποιες διαστάσεις της τζεϊμσμποντικής φιλολογίας και φιλμογραφίας που πάντα μας κινούν το ενδιαφέρον και μας προκαλούν να ασχοληθούμε μαζί τους. Με αφορμή την καινούρια ταινία «No Time to Die» ας ανατρέξουμε στο φαινόμενο αυτό της ποπ κουλτούρας με έναν διαφορετικό τρόπο.

Του Γιώργου Χαρωνίτη

Δύο από τις minor (αν και δεν στέκει απόλυτα ένας τέτοιος χαρακτηρισμός) περιπέτειες του James Bond, η «Με το δάχτυλο στη σκανδάλη (The Living Daylights)» με τον Timothy Dalton και το «Quantum of Solace» με τον Daniel Craig, προϊδεάζουν το ευρύ κοινό (υποτίθεται ότι το μισό του παγκόσμιου πληθυσμού έχει μια καλή επαφή με τις κινηματογραφικές περιπέτειες του κάθε άλλο παρά μυστικού μας πράκτορα) για την πολιτικοκοινωνική βάση πάνω στην οποία αναπτύσσεται η δράση και η πλοκή – ή, έστω, μέρος αυτών. Το εκτεταμένο εμπόριο του οπίου στο Αφγανιστάν από την μεριά των Μουτζαχεντίν (δυτικών συμμάχων και προπατόρων των σημερινών Ταλιμπάν) στην πρώτη ταινία και η κρίση και έλλειψη των υδάτινων πόρων στην Βολιβία, μια χώρα με εντελώς διεφθαρμένο καθεστώς, που κυριαρχεί στην δεύτερη.

Μία πιο ουσιώδης και εμφανής αλλαγή στην τζεϊμσμποντική φιλμογραφία έρχεται με την ταινία «Live and Let Die» του 1973. Εδώ όλα αλλάζουν καθώς μετα την «αποτυχία» του George Lazenby να συνεχίσει επάξια τον θρύλο του 007 που καθιέρωσε ο Sean Connery και μετά την «τελευταία» εμφάνιση του Connery στο «Diamonds Are Forever», εμφανώς μεσήλικα και προς συνταξιοδότηση πράκτορα, έρχεται ο νέος Bond, ο Roger Moore, να αντιμετωπίσει τους κινδύνους που απειλούν την νεοσυντηρητική, μετα-χίππικη κοινωνία των ΗΠΑ από την μάστιγα της ηρωίνης που παράγεται σε κάποια νησιά της Καραϊβικής και διακινείται από την μαύρη Μαφία του Χάρλεμ, εμπλέκοντας την μαγεία του βουντού και τις παραδόσεις της Νέας Ορλεάνης! Ενδιαφέρουσα ταινία, με νύξεις blaxploitation και εμφανές soul feeling που εκφράζει την εποχή – όσο κι αν ο Moore, παρά την τεράστια εμπειρία του ως «Άγιος» ή «Persuader», επιχειρεί να παίξει τον James Bond φορώντας τα παπούτσια του Sean Connery. Με την επόμενη ταινία του («The Man With the Golden Gun»), ο Roger Moore αφήνεται στην δική του (ερμηνευτική) φύση και, φυσικά, φτιάχνει την προσωπική του – και μακροβιότερη – εποποιία ως 007.

Τα φιλμ «The Living Daylights», «Quantum of Solace» και «Live and Let Die» είναι τρία χτυπητά παραδείγματα του πως οι ταινίες του James Bond – καθαρά απολαυστικές περιπέτειες – αποτυπώνουν το κοινωνικοπολιτικό κλίμα της εποχής τους και αντικατοπτρίζουν σημαντικά διαχρονικά προβλήματα. Και κάθε ταινία αυτής της σειράς (κυκλοφορεί πολύ ο όρος franchise) έχει πάρα πολλά στοιχεία που αξίζει να ανακαλύπτουμε. Πέρα από τα ωραία κορίτσια και τα dry martini, εννοείται!

Με τις νουβέλες του ο Ian Fleming είχε δώσει ένα σαφές πολιτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο ήταν υποχρεωμένος να κινηθεί ο ήρωάς του – αλλά και ήταν αυτό που μπορούσαν να κατανοήσουν οι αναγνώστες του. Ένα πλαίσιο καθαρά ψυχροπολεμικό, με τους φόβους και τις αγωνίες μιας ενδεχόμενης καταστροφής, με την αναπόφευκτη πτώση της αποικιοκρατίας και, κυρίως, της βρετανικής αυτοκρατορίας που όμως, στο πρόσωπο του James Bond, πλωτάρχη του Βασιλικού Ναυτικού, αποσπασμένου από τον στόλο των υποβρυχίων στην μυστική υπηρεσία της Αυτής Μεγαλειότητος, στο τμήμα ΜΙ6, μπορεί ακόμα να διατηρεί όλη της τη λάμψη και  το μεγαλείο. Όσο όμως κι αν ο συγγραφέας μυθοποιεί τις προσωπικές του εμπειρίες σε ωραίες και πετυχημένες κατασκοπικές περιπέτειες που ταιριάζουν με την εποχή τους (τέλη ‘50’s – αρχές ’60’s), μόνο το σινεμά είναι αυτό που μπορεί να διευρύνει τις διαστάσεις τους και να τις κάνει ισχυρό στοιχείο της ποπ κουλτούρας. Όχι μόνο για τα sixties αλλά για έξι ολόκληρες συνεχείς δεκαετίες, ως τις μέρες μας!

Σαφώς υπάρχουν άνθρωποι που έχουν δει και τις 25 ταινίες της σειράς των περιπετειών του 007 χωρίς να έχουν διαβάσει ούτε μία από τις 14 νουβέλες του Fleming. Και σαφώς υπάρχουν άνθρωποι (οι νεώτεροι) που δεν έχουν συνειδητοποιήσει ότι η εποχή του Daniel Craig, από το 2006 μέχρι σήμερα («Casino Royale», «Quantum of Solace», «Skyfall», «Spectre» και «No Time to Die») είναι μια προσπάθεια να ξαναγραφεί κινηματογραφικά η ιστορία του James Bond με σύγχρονους όρους και να επαναπροσδιοριστεί η θέση του στο σήμερα – πράγμα που γίνεται ως ένα βαθμό στην πιο πρόσφατη περιπέτειά του, «No Time to Die».

Πολύ πιο απλά τα πράγματα στην πρώτη φάση του κινηματογραφικού James Bond, με το «κακό» να παίρνει μια κάπως υπερφυσική και υπερταξική διάσταση, να ξεφεύγει από τα όρια της απαρχαιωμένης σοβιετικής Smersh και να βρίσκει βολική ενσάρκωση στα πλαίσια του Spectre, μιας διεθνούς εγκληματικής οργάνωσης που ασχολείται – όπως προκύπτει από τα αρχικά της – με αντικατασκοπεία, τρομοκρατία, εκδίκηση και εκβιασμό και διευθύνεται από τον εγκληματικό εγκέφαλο Ernst Stavro Blofeld. Ο Ian Fleming και το δημιούργημά του, ο James Bond, βάζουν έτσι ένα πρώιμο τέλος στον ψυχρό πόλεμο, πράγμα που φαίνεται στις νουβέλες του συγγραφέα μετά το «Thunderball» και σε όλες τις ταινίες, όπου οι πράκτορες της KGB και της CIA μοιάζουν λίγο πολύ με ανίκανους αγαθιάρηδες ενώ ο Αμερικανός φίλος του Bond, ο Felix Leiter (με την εξαίρεση του Jack Lord στο «Dr. No») θυμίζει σχεδόν πάντα υπάλληλο σε υπουργείο!

Λογικό, γιατί ο James Bond είναι αυτός που καταφέρνει τα πάντα – και τελικά σώζει τον κόσμο, κάνοντας ακόμα και «θυσίες» για την Αγγλία, έχοντας τις πιο όμορφες γυναίκες στην αγκαλιά του, τα πιο γρήγορα – και ειδικά εξοπλισμένα – αυτοκίνητα στη διάθεσή του, τα πιο προχωρημένα gadgets στο οπλοστάσιό του και όλα αυτά τα γνωστά που έχουμε βιώσει παρακολουθώντας τον ιδιαίτερο δυναμισμό του Sean Connery, το πάντα έτοιμο χιούμορ του Roger Moore, την υψηλής κλάσης καλλιέργεια του Timothy Dalton και τον συνδυασμό όλων αυτών που έρχεται να ενσαρκώσει ο Pierce Brosnan καθώς ο κόσμος αλλάζει, ο «υπαρκτός» σοσιαλισμός γίνεται εντελώς ανύπαρκτος και οι καινούριοι «κακοί» μοιάζουν με καρικατούρες – ας θυμηθούμε τον Ρώσο στρατηγό (πρώην σοβιετικό συνταγματάρχη Urumov) του «Goldeney», τον μεγαλοεκδότη Elliot Carver του «Tomorrow Never Dies», τον τρομοκράτη Renard του «The World is Not Enough». Οι στρατηγοί, οι μεγαλοεκδότες και οι τρομοκράτες του πραγματικού κόσμου είναι πιο επικίνδυνοι και μάλλον πρέπει να μας τρομάζουν περισσότερο! Ασε που ακόμα και οι Βορειοκορεάτες στρατηγοί στο «Die Another Day» δεν είναι τόσο κακοί – τα ψυχανώμαλα παιδιά τους είναι! Έτσι, είναι θαύμα που ο Pierce Brosnan περνάει αλώβητος όλη αυτή την περίοδο (1995-2002) όπου κυριαρχεί το «τέλος της ιστορίας» του Fukujama και έρχεται στιγμή όπου ο παλιός φίλος και συνάδελφος του James Bond, ο Alec «Janus» Trevelyan (πρώην 006), ως αντίπαλός του πια, προσπαθεί να τον φορτώσει με τύψεις για όλα τα εγκλήματα που έχουν τελέσει εν ώρα υπηρεσίας. «For England, James!».

Με γυναίκα (την υπέροχη Judi Dench) στην κεφαλή της British Intelligence, ο Brosnan συνταξιοδοτείται και έτσι, ο James Bond περνάει στον νέο αιώνα καθαρός και από την αρχή, με το πρώτο έργο που έγραψε γι’ αυτόν ο Ian Fleming, το «Casino Royale», που μόνο ως παρωδία, με τον David Niven και τον Peter Sellers, είχαμε δει στο σινεμά ως τότε! Έτσι, ο Daniel Craig έρχεται με όλες τις ποιότητες του Bond αλλά και μιαν ευαισθησία που μόνο μια φορά είχαμε δει ως τότε: στην καλύτερη τζεϊμσμποντική ταινία ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΕΠΟΧΩΝ, το «On Her Majesty’s Secret Service», σκηνοθετημένη από τον Peter Hunt το 1969, με τον George Lazenby, την Diana Rigg και τον Telly Savalas. Εδώ, σε μια ταινία καθαρής περιπέτειας και αγνών αισθημάτων, όπου το μόνο gadget είναι ένα… φωτοτυπικό, ο James Bond ερωτεύεται και, παράλληλα, σώζει τον κόσμο. Ότι κάνει και στο «No Time to Die», νομίζω…

Σχολιαστε το αρθρο

ΔΗΜΟΦΙΛΗ