Πέμπτη 25 Νοεμβρίου 2021

Κλιντ Ίστγουντ: Η γέννηση του σπαγγέτι-γουέστερν

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

του Γιώργου Χαρωνίτη

Το «Cry Macho» είναι η ταινία που ήρθε να βάλει τίτλους τέλους στην καλλιτεχνική πορεία του Κλιντ Ίστγουντ – τουλάχιστον ως ηθοποιού – προβάλλοντας στοιχεία που μας δίνουν την αφορμή να ανατρέξουμε στην αρχή της και τη γέννηση του spaghetti western, ενός κινηματογραφικού είδους που χαρακτήρισε μιαν ολόκληρη εποχή και του οποίου ο Κλιντ Ίστγουντ υπήρξε ο αδιαμφισβήτητος πρώτος μεγάλος σταρ.

Ήταν πριν από 57 χρόνια που ο Κλιντ Ίστγουντ έφθανε στη Ρώμη για να πρωταγωνιστήσει σε ένα ιταλικό γουέστερν με πρόχειρο τίτλο εργασίας «Il magnifico straniero» και με χαμηλή αμοιβή – κυριολεκτικά για μια χούφτα δολλάρια, όπως θα ήταν ο τελικός τίτλος της ταινίας με την οποία θα γινόταν,λίγο αργότερα, γνωστός σε ολόκληρο τον κόσμο. Σκηνοθέτης της ταινίας ήταν ο Σέρτζιο Λεόνε, ένας ταλαντούχος κινηματογραφιστής που είχε φτιάξει μια ωραία peplum ταινία με τίτλο «Ο κολοσός της Ρόδου», είχε σκηνοθετήσει τις αρματοδρομίες στο «Μπεν Χουρ», είχε δουλέψει ως βοηθός στις «Τελευταίες μέρες της Πομπηίας» και τώρα του είχε κολλήσει να κάνει ένα γουέστερν ριμέικ του «Yojimbo» του Akira Kurosawa. Απλά πράγματα, δηλαδή…

Από την άλλη o Κλιντ Ίστγουντ, ένας ψηλός αθλητικός τύπος που έπαιζε και πιάνο και λάτρευε την τζαζ, στα 34 του ήταν ήδη γνωστός ως συμπρωταγωνιστής στην τηλεοπτική γουέστερν σειρά «Rawhide» αλλά αυτό δεν εθεωρείτο σπουδαίο επίτευγμα για ένα «είδος» που έφθινε με ταχείς ρυθμούς στην ίδια τη χώρα που το γέννησε, τις ΗΠΑ. Έτσι, μια αμοιβή 15.000 $ και δυο-τρεις εβδομάδες διακοπών στην Ισπανία (όπου θα γίνονταν τα γυρίσματα της ταινίας) φάνταζε ως μία ευχάριστη αλλαγή για τον Αμερικανό ηθοποιό. Η αλλαγή όμως θα ήταν θεμελιώδης και θα ανέτρεπε τα πάντα στην καριέρα του όπως και θα έθετε εντελώς καινούρια στάνταρντς στην έννοια του γουέστερν και θα τροφοδοτούσε την ποπ κουλτούρα μας με νέα δεδομένα και δημιουργούς.

σπαγ5

«A Fistful of Dollars» ή «Per un pugno di dollari» λεγόταν η ταινία που άρχισε να προβάλλεται τον Σεπτέμβριο του 1964 στις ιταλικές κινηματογραφικές αίθουσες, σκηνοθετημένη από τον Bob Robertson, με ομολογουμένως σπουδαία μουσική του Dan Savio, έχοντας στον πρώτο ρόλο τον Κλιντ Ίστγουντ και άξιο συμπρωταγωνιστή κάποιον John Wels. [Πολύ σύντομα τα αγγλόφωνα αυτά ονόματα θα αντικαθίσταντο από τα πραγματικά: Sergio Leone, Ennio Morricone, Gian Maria Volonte].

Η επιτυχία της ταινίας σε όλες τις χώρες της Ευρώπης ήταν απρόσμενη και δημιούργησε ένα εντελώς ξεχωριστό στυλ, το spaghetti western, που αρχικά ήταν ένας υποτιμητικός περιγραφικός όρος από τη μεριά των αγγλόφωνων κριτικών αλλά, βαθμιαία, έγινε ένας τίτλος τιμής στα στόματα όλων των φανς σε κάθε χώρα της Ευρώπης – αλλά και πολλές του αραβικού, μεσανατολικού, μεσοασιατικού και απωασιατικού κόσμου όπου το spaghetti western είχε πραγματικό και διαρκές σουξέ! Φυσικά, η επιτυχία του «Για μια χούφτα δολλάρια» δεν άρεσε καθόλου στον Kurosawa που κίνησε αμέσως ένδικα μέσα σε σχέση με τα πνευματικά δικαιώματα με αποτέλεσμα να βγάλει έτσι πολλά περισσότερα από όσα θα έβγαζε από την προβολή του «Yojimbo».

Αν και ο Sergio Leone ακολούθησε πιστά την σκηνική πλοκή του Ιάπωνα μετρ, εντούτοις το τελικό αποτέλεσμα διαφέρει ριζικά στο «A Fistful of Dollars», τόσο δραματουργικά όσο και αισθητικά, ορίζοντας έτσι νέους κανόνες για το γουέστερν και κουρελιάζοντας εντελώς την ηρωική και ηθική φόρμα που είχαν καθιερώσει γι’ αυτό οι μεγάλοι του είδους όπως John Ford αλλά δείχνοντας παράλληλα στην πορεία και τη μεγάλη του αγάπη για το κλασικό τους γουέστερν. Πάντως, αν θέλουμε έναν ξεκάθαρο ορισμό του spaghetti western, δεν υπάρχει καλύτερος από την σκηνή που ανοίγει την επόμενη ταινία του Sergio Leone, γνωστή σ’ εμάς ως «Μονομαχία στο Ελ Πάσο», με τίτλο «For a Few Dollars More» ή «Per qualche dollaro in piu» στα ιταλικά: Ένα έρημο και άγριο τοπίο στη μέση του πουθενά, ένας καβαλλάρης να πλησιάζει, ένα όπλο ετοιμάζεται να ρίξει, ένας πυροβολισμός, ο καβαλλάρης πέφτει νεκρός και το άλογο φεύγει τρέχοντας, οι τίτλοι να τρέχουν με τη συνοδεία ενός μελωδικού σφυρίγματος (πολύ γνωστού πια σε όλους μας) και καθώς οι τίτλοι τελειώνουν, πέφτει το εξής εύγλωττο μόττο: «εκεί όπου η ζωή δεν είχε καμιά αξία, ο θάνατος είχε πολλές φορές την τιμή του. Έτσι εμφανίστηκαν οι κυνηγοί επικυρηγμένων». Θεός ο Leone!

O Κλιντ Ίστγουντ συνειδητοποίησε την επιτυχία του «A Fistful of Dollars» λίγο πριν του ζητηθεί να πρωταγωνιστήσει και στο «For a Few Dollars More». Εδώ βλέπουμε την σχεδόν παράλογη – αλλά όχι ανεξήγητη – βία του πρώτου φιλμ να παίρνει μια πιο λογική εξήγηση: την εκδίκηση, που είναι μια από τις πιο σημαντικές παραμέτρους σε όλη τη φιλμική λογοτεχνία του spaghetti western. Ο «νέος» bounty killer (ο Κλιντ Ίστγουντ) συνεργάζεται με τον «παλιό», βετεράνο στρατιωτικό (Lee Van Cleef) για να εξοντώσουν την σπείρα του ψυχοπαθούς, παρανοϊκού, χασισοπότη και με ομοφυλοφιλικές ιδιαιτερότητες ενδεχομένως, El Indio (ένας από τους καλύτερους ρόλους του πάντα θεατρικού ηθοποιού Gian Maria Volonte). Το κίνητρο εδώ δεν είναι το κέρδος όσο η ηθική αποκατάσταση και οι ακατάλυτοι ανθρώπινοι δεσμοί. Συνολικά, γράψιμο, σκηνοθεσία, παιξίματα, μουσική (από τον Ennio, φυσικά) ανεβάζουν τη σκάλα του εξαιρετικού που είχαμε στο «A Fistful of Dollars» στο σχεδόν αριστουργηματικό.

σπαγ1

Την αριστουργηματική ποιότητα την έχουμε στην επόμενη ταινία. «Ο καλός, ο κακός και ο άσχημος» (1966). «The Good, the Bad, and the Ugly» ή, στα ιταλικά «Il buono, il cattivo, il brutto» με τον Clint Eastwood, τον Lee Van Cleef και τον Eli Wallach (προφέρεται Ιλάι Γουόλακ), γνωστόν ήδη από την «Κουκλίτσα» του Elia Kazan και τους «Επτά υπέροχους» του John Sturges. Εδώ ο Sergio Leone ορίζει με έναν τέλειο τρόπο τον καμβά της αμερικάνικης ιστορίας στα μέσα του 19ου αιώνα, φτιάχνοντας ένα αντιπολεμικό φιλμ στο κάδρο του οποίου κινούνται τρεις τυχοδιώκτες που έχουν έναν ξεκάθαρο στόχο: τα 200.000 $ που ανήκουν στον στρατό των Βορείων – και που έτσι κλιμακώνουν την «χούφτα» της πρώτης ταινίας και τα «λίγα ακόμα» της δεύτερης στο κυριολεκτικά αμύθητο ποσό της τρίτης, φτιάχνοντας έτσι ο Leone την υπέροχη «Τριλογία των δολλαρίων» του, που εξακολουθεί να μας απασχολεί σχεδόν 60 χρόνια μετά.

σπαγ2

Οι χαρακτήρες των τριών ηρώων, αν και προκαθορίζονται σαφώς, δεν είναι ξεκάθαρο αν ορίζουν τις ποιότητές τους ανάλογα με αυτές που τους δίνει ο τίτλος της ταινίας. Σίγουρα ο Blondie δεν είναι πάντα καλός, ο Angel Eyes έχει τις καλές του στιγμές και ο Tuco με τίποτα δεν είναι άσχημος! Ο Ennio Morricone περιγράφει και τους τρεις με το ίδιο μουσικό θέμα – παιγμένο όμως από διαφορετικά όργανα – το θρυλικό και πασίγνωστο «ουρλιαχτό του κογιότ»! Αξιοσημείωτο είναι επίσης ότι ενώ σε όλη την τριλογία ο χαρακτήρας του Κλιντ Ίστγουντ, που περιγράφεται ως ο «Άνθρωπος χωρίς Όνομα» (παρότι έχει τα ονόματα Joe, Monco και Blondie, αντιστοίχως) αποτελεί τον κεντρικό άξονα, ο Λεόνε δίνει ιδιαίτερη δυναμική στους «πλευρικούς» πρωταγωνιστικούς όπως του Συνταγματάρχη Mortimer και του Tuco (Benedicto Pacifico Maria Ramirez!) που σχεδόν κλέβουν την παράσταση από τον Clint Eastwood στη «Μονομαχία στο Ελ Πάσο» και στον «Καλό, Κακό και Άσχημο»!

Ο Κλιντ Ίστγουντ δεν ξανάπαιξε σε spaghetti western έκτοτε, απορρίπτοντας την πρόταση του Σέρτζιο Λεόνε να συμμετάσχει – μαζί με τον Lee Van Cleef και τον Eli Wallach – στο επικό του αριστούργημα «Κάποτε στην Δύση», ερμηνεύοντας τους ρόλους των τριών πιστολέρο που περιμένουν τον Charles Bronson στον σταθμό του τραίνου, ρόλους που τελικά έπαιξαν οι βετεράνοι Αμερικανοί Woody Strode και Jack Elam και ο Καναδός Al Mulock που, περιέργως και ανεξήγητα, αυτοκτόνησε στα γυρίσματα της ταινίας! Ο Eastwood πάντως φρόντισε να αξιοποιήσει όλα τα διδάγματα που πήρε από τον Sergio Leone τόσο στους ρόλους που ερμήνευσε όσο και στα γουέστερν που αριστουργηματικά σκηνοθέτησε, από το «The Outlaw Josie Wales» ως τους «Ασυγχώρητους».

Τα γουέστερν του Σέρτζιο Λεόνε – ο ίδιος όπως και ο Ennio Morricone δεν δέχτηκαν ποτέ τον χαρακτηρισμό spaghetti western, τον οποίον θεωρούσαν άκρως υποτιμητικό – αποτέλεσαν το μοντέλο πάνω στο οποίο εξελίχθηκε το είδος από το 1964 ως το 1975 περίπου. Η Cinecitta δούλευε ακατάπαυστα και επιδέξιοι σκηνοθέτες δημιούργησαν τους δικούς τους ήρωες πάνω στο μοντέλο του μοναχικού σιωπηλού (συνήθως!) πιστολέρο που λάνσαρε ο Κλιντ Ίστγουντ.

Κάθε μου φράση από εδώ και πέρα θα μπορούσε να αναπτυχθεί σε έναν ικανό αριθμό σελίδων, όμως αρκεί να αναφέρω επιγραμματικά τον Ringo του Giuliano Gemma που δημιούργησε ο Duccio Tessari, τον Django του Franco Nero που βγήκε από την διαστροφική (με την καλή έννοια!) κάμερα του Sergio Corbucci, τον Cucchillo του Κουβανού σταρ Tomas Milian και του εξαίρετου κινηματογραφιστή Sergio Sollima που άνοιξε έναν δρόμο στο με πολιτικές προεκτάσεις spaghetti western, τους ήρωες του Gianfranco Parolini που γνωρίζουμε ως Sartana και Sabata και, βέβαια, τα έπεα που φέρουν τον τίτλο «Trinita» που δημιούργησε ο Enzo Barboni με το ανεπανάληπτο δίδυμο των Terence Hill και Bud Spencer όταν το spaghetti western πέρασε στο επίπεδο της κωμωδίας πριν αρχίσει να κατρακυλάει. Ακόμα και στη διάρκεια της πτώσης του όμως μπορούσε να παράξει αριστουργήματα όπως το «My Name is Nobody» (1973) με την άτυπη σφραγίδα του Sergio Leone. Ένας από τους καλύτερους μαθητές του, ο Tonino Valerii, σκηνοθετούσε μεγαλειωδώς την συνταξιοδότητη των βετεράνων πιστολέρο όπως ο Henry Fonda – κάτι όμως που κάνει μέχρι τις μέρες μας και ο Κλιντ Ίστγουντ.

σπαγ6

Μέσα από τα γουέστερν του Sergio Leone γνωρίσαμε μια συμμορία πολύ πιο άγρια από αυτή που πρότεινε στην ομώνυμη ταινία του ο Sam Pekinpah. Ονόματα και φάτσες που διατρέχουν όλη την ιστορική διαδρομή του spaghetti western όπως των Mario Brega, Luigi Pistilli, Benito Stefanelli, Aldo Sambrell, Antonio Molino Rojo, Klaus Kinski (όμως αυτός υπήρξε από μόνος του μια ολόκληρη ακαδημία!). Αυτά και άλλα πολλά μπορούν να γραφούν – και γράφονται σε ένα βιβλίο που ξεκίνησε το 2004 αλλά δεν λέει να ολοκληρωθεί! Ας κλείσουμε, λοιπόν, αυτό το κείμενο λέγοντας πως το spaghetti western άλλαξε ριζικά όλη τη σχετική κινηματογραφική φιλολογία και εξακολουθεί ακόμα, 55+ χρόνια μετά, να απασχολεί όχι μόνο τον Quentin Tarantino αλλά κι εμάς!

σπαγ4

Σχολιαστε το αρθρο

ΔΗΜΟΦΙΛΗ