Παρασκευή 24 Σεπτεμβρίου 2021

Νίκος Νικολαΐδης: Υπερασπίστηκε τις αξίες του πυροβολώντας κατά ριπάς

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΤΩΡΑ

Ο ασυμβίβαστος σκηνοθέτης και συγγραφέας, πεθαίνει σαν σήμερα

Πώς να ξεδιπλώσεις το μεγαλείο αυτού του ανθρώπου που γεννήθηκε στη λάθος χώρα;
Τον δημιουργό που οι κόντρες τον έτρεφαν αλλά η ινδαλματοποίηση τον τρόμαζε;

Ίσως με την παρατήρηση του Θανάση Γιαννόπουλου: «Η ζωή του Νίκου Νικολαΐδη ήταν μια ταινία που από ανάγκη γυρίστηκε στην Ελλάδα, απ΄ αυτές που φτιάχνονται με πολύ ταλέντο, εμπνευσμένο σενάριο αλλά σχεδόν μηδενικά μέσα παραγωγής και περιορισμένη διανομή.

nikos nikolaidis3

Ως παιδί έπαιζε στα Εξάρχεια, ενώ δίπλα του έσκαγαν χειροβομβίδες και θέριζαν τα  μυδραλιοβόλα του Εμφυλίου. Ως έφηβος, ατίθασος κι εξεγερμένος, υπήρξε ροκενρολάς της θρυλικής παρέας τού Green Park.
Και ως ενήλικας, έχει ήδη γυρίσει (1962) την πρώτη του ταινία μικρού μήκους, το «Lacrimae Rerum» με κλεμμένο φιλμ από την ΦΙΝΟΣ, στην οποία δούλευε μαθαίνοντας τον κινηματογράφο. Αποθεώνεται από τους κριτικούς σαν πρωτοεμφανιζόμενος σκηνοθέτης.

Nikos Nikolaidis 1

Κκατά τη διάρκεια της επταετούς δικτατορίας, έχει γράψει ήδη τις δυο τρομερές νουβέλες του, τον «Ιούλιο στην Κόλαση» και τον «Συμεών στον Άδη».
Στη συνέχεια γυρίζει το «Άνευ όρων», μια ταινία «μεσαίου μήκους» και παίρνει άσχημες κριτικές. Πρόκειται για μία ταινία με έναν κινηματογραφιστή που μπλέκεται στα γρανάζια του συστήματος. Στο καστ των ηθοποιών συμμετέχει κι ο ίδιος μαζί με την, τότε, γυναίκα του την Έλλη Λοΐζου.
Και κατά τη διάρκεια της επταετίας, κρυμμένος στη Θεσσαλονίκη, γράφει ακόμα ένα βιβλίο, τον «Οργισμένο Βαλκάνιο», που σημάδεψε (μαζί με τις πρώτες ταινίες του) τη γενιά του ’80.

Το 1974 κάνει την πρώτη του ταινία μεγάλου μήκους, το «Ευρυδίκη 2037» με τον φίλο του τον Γιώργο Πανουσόπουλο στην κάμερα, με την απίθανη Βέρα Τσέχοβα (εγγονή του Άντον Τσέχοφ και μόνιμη κάτοικο Δυτικής Γερμανίας) που συμμετέχει πληρώνοντας από την τσέπη της τα έξοδα της, στο εξοχικό της νυν γυναίκας του, στα Λεγραινά.

Παίρνει βραβείο σκηνοθεσίας από το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, αποθεώνεται για μια ακόμα φορά από τους κριτικούς αλλά αρχίζει να αντιμετωπίζεται με καχυποψία. «Ποιος είναι αυτός ο τύπος που έρχεται να χαλάσει τη διάθεση μιας χώρας που πανηγυρίζει την ανάστασή της μετά την ανατροπή της χούντας;»

Το 1979 και το 1983 βγάζει τις πιο επιτυχημένες ταινίες του: «Τα κουρέλια τραγουδάνε ακόμα» (έναν φόρο τιμής στο ασυμβίβαστο κομμάτι της γενιάς τού ‘50) και τη «Γλυκιά Συμμορία». Γίνεται φανερό ότι αυτός ο άνθρωπος υπερασπίζεται τις αξίες του πυροβολώντας κατά ριπάς. Το «σύστημα» τού προσέφερε λιγοστά και «μετρημένα» βραβεία στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Οι κριτικές εξακολουθούν να είναι διθυραμβικές αλλά αρχίζει η επίθεση. Ο ίδιος είχε πει σχετικά:

«Με Τα κουρέλια τραγουδάνε ακόμα και τη Γλυκιά Συμμορία, τις οποίες θεωρώ ταινίες πολιτικής και αισθητικής παρέμβασης, αποκάλυψα τις υπόγειες σήραγγες που ενώνουν τα συμφέροντα της Αριστεράς και της Δεξιάς, και βέβαια ο χρόνος με δικαίωσε… Με όλες τις ταινίες μου είχα προβλήματα. Αλλά με τη Γλυκιά Συμμορία αγρίεψαν».

Μετά τη «Γλυκιά Συμμορία» έχει αποκτήσει την αίγλη τού «σκηνοθέτη τού περιθωρίου». Η ινδαλματοποίηση  τον τρομάζει κι έτσι, ωραία και απλά, το σκάει… Εκεί που τον περιμένουν να γυρίσει κι άλλα Κουρέλια και Συμμορίες, βγάζει, το 1987, την «Πρωινή Περίπολο». Πρόκειται για ένα λυρικό μελλοντολογικό εφιάλτη που πατάει γερά στις εμμονές του από το παρελθόν. Ο «χώρος του περιθωρίου» τον παραμερίζει, οι κριτικοί τον αποθεώνουν, κρατώντας όμως και κάποιες επιφυλάξεις. Με τον Νικολαΐδη ποτέ δεν ξέρεις τι θα σου ξημερώσει. Και κάπου εκεί σταματούν να ασχολούνται μαζί του.

Ο Νικολαΐδης συνεχίζει πλέον μόνος. Με το «Ο Χαμένος τα παίρνει όλα» και με το «Zero years» κλείνει, σχεδόν ψυχαναγκαστικά, τον κύκλο των ταινιών του, δηλώνοντας ότι «βαρέθηκε να κάνει σινεμά» κι απομονώνεται σε βαθμό εγκλεισμού. Τα έβαλε συνειδητά με το κατεστημένο και αυτό τού το ανταπέδωσε.

nikos nikolaidis 2

«Φαντάζομαι αν ήταν κι εκείνος εδώ, αυτόν τον καιρό, δεν θα ένιωθε τόσο άβολα όσο οι περισσότεροι από εμάς σε μια καθημερινότητα κοινωνικής απομόνωσης, γιατί απλώς το είχε, με τον έναν ή άλλον τρόπο, προβλέψει. Στο έργο του άλλωστε υπάρχει αυτός ο αόρατος εχθρός που επιζητά να περιορίσει την ελευθερία των (αντι-)ηρώων του, αλλά εκείνοι τελικά πάντα του ξεφεύγουν, επιλέγοντας το «όχι πια εδώ», λέει ο Χρήστος Χουλιάρας που διετέλεσε δίπλα του βοηθός σκηνοθέτης για χρόνια.
Έζησε απομονωμένος στο ωραίο του σπίτι και στον δικό του κόσμο. Πέθανε σαν σήμερα, 5 Σεπτεμβρίου του 2007.

Η «Γλυκιά συμμορία», βρίσκεται πάντα μέσα στη δεκάδα των καλύτερων ελληνικών ταινιών όλων των εποχών, όπως τις συντάσσουν τα μέλη της Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου. Και οι οκτώ ταινίες του, ούτως ή άλλως επηρέασαν καθοριστικά την επόμενη γενιά των Ελλήνων σκηνοθετών.

Σχολιαστε το αρθρο

ΔΗΜΟΦΙΛΗ