Παρασκευή 14 Ιανουαρίου 2022

Είδαμε το νέο Matrix: deja vu, θόρυβος, χάος και ένα πλατωνικό love story!

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Από το 1999 που πρωτοβγήκε το «Matrix», το οποίο βρήκε τη θέση του στο χρηματιστήριο αξιών της ποπ κουλτούρας και της κινηματογραφικής βιομηχανίας, μεσολάβησαν δύο αποτυχημένα σίκουελ, για να φτάσουμε στο ολοκαίνουργιο «Matrix Resurrections», που δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα χορταστικό υπερθέαμα, χαοτικό, φλύαρο και αφελές, χωρίς ψυχή...

της Χρυσούλας Παπαΐωάννου

The Matrix Resurrections

Σκηνοθεσία:Λάνα Γουατσόφσκι
Πρωταγωνιστούν: Κιάνου Ριβς, Κάρι Αν Μος, Κριστίνα Ρίτσι, Γιάχα Αμπντούλ Ματίν ΙΙ, Τζέσικα Χένγουικ, Τζόναθαν Γκροφ, Νιλ Πάτρικ Χάρις.
ΗΠΑ, 2021, 148΄, Tanweer

Να ξεκινήσουμε απο μια παραδοχή. Για τις ταινίες στις οποίες ως θεατής δυσκολεύεσαι να καταλάβεις ακριβώς τι γίνεται υπάρχουν δύο ενδεχόμενα: ή στίβεις το μυαλό σου να μπεις στον λαβύρινθο των ηρώων και της πλοκής και γοητεύεσαι από το κουβάρι που πρέπει να ξετυλίξεις-ο απολογισμός βέβαια, γίνεται στο τέλος της ταινίας-ή κάπου στη μέση σταματάς να προσπαθείς και η ταινία είναι χαμένη από χέρι. Είναι πάντως, γεγονός ότι τα σενάρια που παίζουν με το μυαλό σου, βασικά που απαιτούν το μυαλό και ο εγκέφαλος να είναι ενεργά, παρόντα και δραστήρια στη θέαση μιας ταινίας, είναι γοητευτικά. Βλέπε το «Inception» του Κρίστοφερ Νόλαν, που η παγκόσμια κινηματογραφική κοινότητα το υποδέχτηκε, στην πλειοψηφία της, ως έναν ευφυέστατο γρίφο ο οποίος σε οδηγούσε σε πολλές … ταινίες μέσα στην ίδια ταινία.

Από την άλλη, όταν υπάρχουν και εντυπωσιακές μάχες και βομβαρδισμός ειδικών εφέ, ο γρίφος γίνεται ακόμα πιο δαιδαλώδης αλλά και προκλητικός. Βέβαια, η ιστορία των franchise είναι για την κινηματογραφική βιομηχανία συνήθως μια πονεμένη ιστορία, όπου οι απανωτές συνέχειες δεν μπορούν να ανταποκριθούν στις μεγάλες προσδοκίες που υψώνει μια πρώτη και πετυχημένη ταινία. Από την άλλη, για ήρωες και ιστορίες, όπως ο Νίο και το Matrix, οι συνέχειες μάλλον αποτελούν μονόδρομο. Οι θεατές θέλουμε σίκουελ εδώ και τώρα και τα στούντιο θέλουν λεφτά εδώ και τώρα και δεν αφήνουν τη κότα με το χρυσό αυγό να ηρεμήσει. Κακά τα ψέμματα: όποιο κινηματογραφικό προΐόν ενσωματώνεται στην ποπ κουλτούρα, έχει μέλλον, ακόμα κι αν αυτό καμιά φορά πρέπει να εκβιάζεται. Συν του ότι στην περίπτωση του «Matrix», που εντυπωσιάζει για τη χρήση και τις δυνατότητες των ειδικών εφέ, για ένα στούντιο υπάρχει ένας ακόμα άσσος στο μανίκι: όσο περνάνε τα χρόνια, εξελλίσσεται η τεχνολογία και τα ειδικά εφέ.

Προς τι λοιπόν, όλη αυτή η μακριά εισαγωγή; Όσο φλύαρος είναι ο πρόλογος για να φτάσουμε στο διά ταύτα, δηλαδή στην αποτίμηση του νέου «Matrix», άλλο τόσο φλύαρη είναι και η ίδια η ταινία. Άλλωστε, το «Matrix», από όταν πρωτοεμφανίστηκε το 1999, δεν ήταν ποτέ απλά ένα ακόμα μπλοκμπάστερ. Έγινε η βίβλος μιας γενιάς που αγαπούσε τόσο την επιστημονική φαντασία, όσο και τα video games. Με ολίγο από ιδέες του «Blade runner» και μπόλικες δόσεις έμπνευσης από την «Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων» του Λιούις Κάρολ, και με τη φιλοδοξία να αποτελέσει ένα κερδοφόρο και επιτυχημένο franchise τύπου «Star wars», το «Matrix», τίναξε το box office στον αέρα, κλείδωσε για μερικές σεκάνς μια θέση στην ιστορία του κινηματογράφου-για παράδειγμα η σκηνή όπου ο Κιάνου Ριβς αποφεύγει τις σφαίρες με την μαύρη του καπαρντίνα να ανεμίζει-και στις ρομαντικές ψυχές χάρισε απλόχερα ένα love story, που δεν έμοιαζε με κανένα άλλο, αυτό του Νίο με την Τρίνιτι. Το σύμπαν και το μετά-σύμπαν του Matrix, ο διαχωρισμός εικονικής και πραγματικής… πραγματικότητας, για τους πιο «ψαγμένους» έγινε μια κινηματογραφική μεταφορά του μύθου του σπηλαίου του Πλάτωνα, συνώνυμο της αέναης φιλοσοφικής αναζήτησης διαχωρσιμού της αλήθειας από το ψέμμα. Άλλωστε, όταν οι αδερφές Γουατσόφσκι ανέλαβαν σενάριο και σκηνοθεσία της πρώτης πρώτης ταινίας, απαίτησαν από τους πρωταγωνιστές να διαβάσουν μια σειρά από φιλοσοφικά βιβλία.

Το νέο «Matrix» από αύριο, Πέμπτη, προβάλλεται στις αίθουσες, τα social media έχουν ήδη πάρει φωτιά, καθώς έχουν γίνει διάφορες προβολές, κυρίως δημοσιογραφικές, ανά τον κόσμο, κάποιοι μιλούν για το καλύτερο «Matrix» ever, άλλοι νοιώθουν απογοήτευση και κάποιοι απλά εύχονται να είχε κλείσει η τριλογία πριν από 18 χρόνια στο «Matrix Revolutions». Ποιός όμως, φαν του «Matrix» δεν περίμενε την επιστροφή σε έναν κόσμο με δύο πραγματικότητες;

Ο Κιάνου Ριβς αναλαμβάνει ξανά τον διπλό ρόλο του Τόμας Άντερσον/Νίο, του ανθρώπου που κάποτε ξέφυγε από το Matrix και έσωσε την ανθρωπότητα και που για μια ακόμα φορά πρέπει να διαλέξει ποιο μονοπάτι θα ακολουθήσει και φυσικά ποιό χάπι θα πάρει: το μπλε ή το κόκκινο. Ο Νίο όμως, πλέον έχει μια «κανονική ζωή», είναι διάσημος προγραμματιστής video games, έχει κατασκευάσει το δημοφιλέστερο παιχνίδι που λέγεται matrix (!) και πηγαίνει σε ψυχαναλυτή. Παίζει φυσικά και η Κάρι-Αν Μος ως Τρίνιτι αλλά και ως …Τίφανι, σύζυγος και μητέρα τριών παιδιών με πάθος όμως, για τις μηχανές. Όλα αυτά, στην αρχή της ταινίας, όπου συναντάμε τους πρωταγωνιστές στις ζωές του και την καθημερινότητα τους, γιατί σύντομα αρχίζουν να ανοίγουν οι πόρτες που τους απομακρύνουν από την πραγματικότητα αλλά και την εικονική πραγματικότητα, και κάπως έτσι το «Matrix» αρχίζει να παίζει και πάλι με το μυαλό μας και τα όρια φαντασίας και πραγματικότητας και βέβαια ξαναθέτει το δίλημμα μπλε ή κόκκινο χάπι;

Η πρώτη αίσθηση είναι φυσικά ότι πρόκειται για …deja vu. Η καρδιά της ιστορίας παραμένει η ίδια, ο δυισμός είναι πάντα παρών. Μην ξεχνάμε όμως, ότι το σινεμά είναι και εικόνα. Και η αλήθεια είναι ότι οι σκηνές μάχης είναι εντυπωσιακές, τα εφέ κάνουν την δουλειά τους και με το παραπάνω, αλλά πολλές από αυτές ίσως είναι και αχρείαστες, μια υπερβολή που εξυπηρετεί μια επίδειξη άριστης χρήσης των τεχνολογικών μέσων με σάουντρακ όμως, απίστευτο…θόρυβο.


Το συναίσθημα της νοσταλγίας είναι κυρίαρχο. Και αυτό που κατά βάθος επιθυμείς όσο βλέπεις την ταινία είναι να βρεθούν ο Νίο και η Τρίνιτι, στην ίδια πλευρά, στην ίδια διάσταση, πιασμένοι χέρι χέρι, επιτέλους μαζί. Αρκεί βέβαια, να βρεθεί μαζί, στην ίδια διάσταση, και ο ίδιος ο θεατής.

Το «Matrix Resurrections» βγαίνει σε μια συγκυρία όπου τα στούντιο ρίχνουν τα γερά χαρτιά τους στις αίθουσες που παγκοσμίως βλέπουν τα εισιτήρια να πέφτουν κατακόρυφα στην καρδιά της πανδημίας και με μία νέα μετάλλαξη, την όμικρον, να λειτουργεί αποτρεπτικά για κλειστούς χώρους. Όμως, το στοίχημα του «Spiderman: No way home» που βγήκε μόλις την προηγούμενη βδομάδα, κερδήθηκε. Στην Ελλάδα έκοψε σε τέσσερις ημέρες 150.000 εισιτήρια, νούμερο εξαιρετικά υψηλό. Η εισπρακτική του επιτυχία εξαπλώνεται σε παγκόσμιο επίπεδο. Άλλωστε, αυτές οι ταινίες, «Spiderman» και «Matrix», απευθύνονται κυρίως σε νεανικό κοινό, όχι βέβαια κατ΄αποκλειστικότητα γιατί το «Matrix» έχει στόχο και τους σημερινούς σαραντάρηδες. Τους νοσταλγούς. Όχι του ροκ εν ρολ. Αλλά του πιο εντυπωσιακού sci-fi έπους που στον πυρήνα του έχει την πιο συνηθισμένη ιδέα, την μάχη ανάμεσα σε μηχανές και ανθρώπους, εξελιγμένη βέβαια, σε πολλά επίπεδα, τόσο φιλοσοφικά, όσο και τεχνολογικά. Οι ταινίες «Matrix» μπορούν να επαίρονται ότι θα μείνουν στην ιστορία, ανάμεσα σε άλλα, και για τη χρήση του ειδικού εφέ bullet time, όπου ο θεατής βλέπει μία σκηνή να εκτυλίσσεται σε slow motion, αργή κίνηση, ενώ η κάμερα μοιάζει να περιστρέφεται γύρω από το επίκεντρο της σκηνής με κανονική ταχύτητα, με αποτέλεσμα ένα οπτικό υπερθέαμα. Ε, βάλτε και όλη τη μαεστρία των πολεμικών τεχνών, την αισθητική και τον γρήγορο ρυθμό των βίντεοκλιπ, τι άλλο περιμένει κανείς από ένα μπλοκμπάστερ; Αρκεί να μην βάλει στη ζυγαριά από την άλλη πλευρά την απλοΐκότητα της ταινίας, που δεν εξελίσσει σε τίποτα τους ήρωες της, γιατί τότε αυτό που μένει δεν είναι τίποτε άλλο από ένα video game που θα μπορούσαμε να έχουμε παίξει στον καναπέ του σπιτιού μας, κρατώντας στα χέρια μας απλά ένα playstation.

Σχολιαστε το αρθρο

ΔΗΜΟΦΙΛΗ