Πέμπτη 25 Νοεμβρίου 2021

Νέες ταινίες: Δολοφονίες στον οίκο Γκούτσι και ισχυρή δόση από ελληνικό σινεμά

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Της Χρυσούλας Παπαϊωάννου

Από σήμερα στις αίθουσες η πραγματική ιστορία της δολοφονίας του Ροντόλφο Γκούτσι από τη σύζυγο του Πατρίτσια με την Lady Gaga στον ρόλο και στην καρέκλα του σκηνοθέτη τον Ρίντλεΐ Σκοτ, αλλά και τέσσερις (!) ελληνικές ταινίες μυθοπλασίας και ένα ελληνικό ντοκιμαντέρ.

«Ο οίκος Γκούτσι»

Σκηνοθεσία: Ρίντλεΐ Σκοτ
Πρωταγωνιστούν: Lady Gaga, Άνταμ Ντράιβερ, Τζάρεντ Λέτο, Τζέρεμι Άιρονς, Τζακ Χιούστον. Συμμετέχουν η Σάλμα Χάγιεκ και ο Αλ Πατσίνο
ΗΠΑ, 2021, 157′, Tulip Entertainment

Η ιστορία της ταινίας ξεκινά στη δεκαετία του ‘70, ένα κομβικό σημείο για την αυτοκρατορία του οίκου μόδας Γκούτσι. Καθώς η παγκόσμια εμβέλεια της οικογένειας έχει διευρυνθεί, το ίδιο συμβαίνει και με τις φήμες για οικονομικές ατασθαλίες που βλάπτουν την καλή φήμη του ονόματος. Η επιχείρηση των Γκούτσι εποπτεύεται από τους δύο διάδοχους, τον φιλόδοξο Άλντο (Αλ Πατσίνο) και τον πιο συντηρητικό αδελφό του Ροντόλφο (Τζέρεμι Άιρονς).
Ο Άλντο δεν έχει την πρόθεση να παραχωρήσει τον έλεγχο του ονόματος, πόσο μάλλον στον γιο του Πάολο (Τζάρεντ Λέτο) στον οποίο δεν τρέφει μεγάλη εκτίμηση. Ο συνεσταλμένος και προστατευμένος γόνος του αδελφού του, του Ροντόλφο, (Άνταμ Ντράιβερ) θα προτιμούσε να ασχοληθεί με τα νομικά παρά να αναλάβει την παγκόσμια αυτοκρατορία της μόδας. Όταν όμως θα ερωτευτεί την φιλόδοξη και γοητευτική Πατρίτσια (Lady Gaga) όλα θα αλλάξουν. Η επιχείρηση θα περάσει στη νέα γενιά και τότε θα ανοίξει ένας κύκλος ίντριγκας και πάθους και θα εξελιχθεί μια συναρπαστική ιστορία ανόδου και πτώσης.

Εμπνευσμένη βεβαίως από την συγκλονιστική ιστορία της οικογένειας Γκούτσι, ιστορία που στιγματίστηκε από τη δολοφονία του Ροντόλφο Γκούτσι από τη σύζυγο του, Πατρίτσια, η οποία καταδικάστηκε σε 26 χρόνια φυλάκιση, και βασισμένη στο βιβλίο «The House of Gucci: A Sensational Story of Murder, Madness, Glamour and Greed» της Σάρα Γκέι Φόρντεν, η ταινία είχε όλες τις προδιαγραφές-έρωτας, αντιζηλίες, δολοπλοκίες, φόνος και βέβαια μόδα και στυλ- για να γίνει  η ταινία της εβδομάδας, μία από τις καλύτερες της χρονιάς, και αναμφισβήτητα φαβορί στα Όσκαρ. Όπως όμως, ακριβώς εν μία νυχτί ξεφούσκωσε η λάμψη της οικογενειακής δυναστείας των Γκούτσι-για να περάσει τελικά στα χέρια απρόσωπων ομίλων- έτσι εξανεμίστηκαν και οι προσδοκίες για μια πολυαναμενόμενη ταινία, κι ας έχει στο τιμόνι τον πολύμπειρο Ρίντλεΐ Σκοτ, στην δεύτερη ταινία του για φέτος -μετά την «Τελευταία Μονομαχία», πάλι με πρωταγωνιστή τον Άνταμ Ντράιβερ.

Από πού να το πιάσει κανείς. Από τις γκροτέσκο ερμηνείες των πρωταγωνιστών με αποκορύφωμα αυτή του Τζάρετ Λέτο, ο οποίος είναι σαν καρικατούρα, και στιγμές θυμίζει ελληνική επιθεώρηση στην κακή εκδοχή της; Από τα εκνευριστικά αγγλικά με ιταλική προφορά των περισσότερων ηθοποιών, με αποκορύφωμα αυτά της Lady Gaga; Αν εξαιρέσεις τους Αλ Πατσίνο και Τζέρεμι Αΐρονς, οι οποίοι κρατούν τον πήχη των ερμηνειών ψηλά-ο Πατσίνο θυμίζει λίγο «Ιρλανδό» του Σκορσέζε- και τον Άνταμ Ντράιβερ σε μια αξιοπρεπή, αλλά σίγουρα όχι αξιομνημόνευτη ερμηνεία, οι υπόλοιποι ηθοποιοί παίζουν τόσο υπερβολικά που τελικά αναρωτιέσαι εάν κάνουν πλάκα. Η δε Lady Gaga, σε μια εντελώς cult εμφάνιση, θυμίζει λίγο την Τζόαν Κόλινς της γνωστής «Δυναστείας», χωρίς όμως, να έχει και το εκτόπισμα μιας Κόλινς, αλλά φαίνεται να πασχίζει σε μια εντελώς επιτηδευμένη ερμηνεία για να αποδώσει το πάθος και την φιλοδοξία, την υπερβολή και την τρέλα της Πατρίτσια Γκούτσι, που τελικά ήταν ικανή για όλα.

LADYYY e1637831707172

Η ταινία, που ντύνεται μουσικά με Blondie αλλά και άριες, τελειώνει και αναρωτιέσαι πού πήγε η «ψυχή» του Ρίντλεΐ Σκοτ, αυτή που είχε σε ταινίες όπως «Θέλμα και Λουίζ», εάν εξαντλήθηκε η φαντασία του, που είχε σε ταινίες όπως το «Blade Runner, αν απώλεσε την σκηνοθετική του μαεστρία που διατηρούσε ακόμα και στις πιο μέτριες ταινίες του, όπως αυτή με παρόμοιο θέμα, «Όλα τα λεφτά του κόσμου» για την επίσης αληθινή ιστορία της απαγωγής του εγγονού του μεγιστάνα του πετρελαίου Τζον Πολ Γκέτι, με έναν εκπληκτικό Κρίστοφερ Πλάμερ στον ρόλο του πάμπλουτου πάτερ φαμίλια. Πάνω απ’ όλα αυτό που λείπει από την ταινία είναι η αίσθηση του σινεμά, αφού περισσότερο θυμίζει συμπαθητική σειρά του netflix, μια σάτιρα της υψηλής κοινωνίας και του κόσμου της μόδας, που επιστρατεύει  στοιχεία σαπουνόπερας. Της λείπει όμως, και το στυλ και το καλό γούστο. Στο κάτω κάτω μιλάμε για ένα κομμάτι της ιστορίας ενός από τα πιο πολυδιαφημισμένα brand του κόσμου της μόδας, και δυστυχώς ο Ρίντλεΐ Σκοτ παραδίδει μια άνευρη και διεκπεραιωτική «ρέπλικα», σαν τις τσάντες μαΐμού που φιλοδοξούν να αντιγράψουν τα πανάκριβα πρωτότυπα που φέρουν το λογότυπο «Γκούτσι».

Μικρά όμορφα άλογα

Σκηνοθεσία: Μιχάλης Κωνσταντάτος
Πρωταγωνιστούν: Γιώτα Αργυροπούλου, Δημήτρης Λάλος, Κατερίνα Διδασκάλου, Αλέξανδρος Καραμούζης,Κώστας Ανταλόπουλος, Δημήτρης Καπετανάκος, Αντώνης Μυριάγκος, Βίκυ Παπαδοπούλου
Ελλάδα, 2020, 107΄, Feelgood Entertainement

Μετά από μια απότομη αλλαγή στη ζωή τους, η Αλίκη και ο Πέτρος βρίσκουν πρόσκαιρο καταφύγιο σε μια μικρή παραθαλάσσια επαρχιακή πόλη μαζί με τον μικρό τους γιο, τον Παναγιώτη. Και οι δύο έχουν βρει προσωρινές δουλειές, μέρος ενός ευρύτερου σχεδίου να επιστρέψουν γρήγορα και μόνιμα στην Αθήνα. Η Αλίκη όμως αρχίζει να συνειδητοποιεί ότι το σχέδιο τους δεν λειτουργεί ή, ακόμα χειρότερα, ότι μπορεί καν να μην υπάρχει. Ο Πέτρος αντιλαμβάνεται τη συναισθηματική απομάκρυνσή της ως μια σιωπηρή αποδοκιμασία για αυτά που δεν μπορεί να προσφέρει. Η απόσταση ανάμεσά τους μεγαλώνει επικίνδυνα κι οι δυο τους κινδυνεύουν να παγιδευτούν σε έναν ιστό από ψέματα που οι ίδιοι έφτιαξαν.

Ο Μιχάλης Κωνσταντάτος του «Luton» επιστρέφει με τα Μικρά όμορφα άλογα, μια ιστορία δύο ανθρώπων που ζούνε μια «δανεική» ζωή μάλλον γιατί η η δική τους ζωή δεν τους τα έφερε όπως θα ήθελαν. Ο Πέτρος φροντίζει, κάνοντας διάφορες δουλειές, το σπίτι μιας πλούσιας γυναίκας, και καταλήγει να μένει εκεί με την γυναίκα του την Αλίκη και τον μικρό τους γιο. Το σπίτι, για την ακρίβεια η βίλα, γίνεται εμμονή για την Αλίκη, που πολύ θα την ήθελε, γιατί στην πραγματικότητα θα επιθυμούσε να τα έχουν καταφέρει καλύτερα στη ζωή τους, και σίγουρα να μην είναι στριμωγμένοι σε ένα μικρό διαμέρισμα. Όχι τυχαία προσποιείται την εν δυνάμει αγοράστρια ακριβής κατοικίας και επισκέπτεται με έναν μεσίτη πολυτελή σπίτια που δε θα μπορούσε όμως, με τίποτε να αγοράσει.  Οι επιθυμίες βέβαια, εξανεμίζονται μπροστά στις δυνατότητες, και η πραγματικότητα η ίδια είναι που δίνει «χαστούκια» στους ήρωες όταν παρασύρονται.

Με δύο εξαιρετικούς ηθοποιούς στο καστ, τον Δημήτρη Λάλο και την Γιώτα Αργυροπούλου, μετρημένους στους αινιγματικούς χαρακτήρες που ξεδιπλώνουν το ποιοί πραγματικά είναι και γιατί φέρονται έτσι σταδιακά και εντελώς ανεπιτήδευτα, ο σκηνοθέτης, παραμένοντας πιστός στο ελλειπτικό του στυλ, μιας αυστηρής γεωμετρίας στην εικόνα και τα κάδρα, αφηγείται μια ιστορία-και το κάνει δημιουργώντας ατμόσφαιρα θρίλερ που καλλιεργεί μια αίσθηση αδιόρατης απειλής όλη την ώρα- για μεγάλα όνειρα που δεν γίνονται πραγματικότητα, αλλά στον πυρήνα της έχει πολιτικό πρόσημο, καθώς είναι εμφανές ότι τον απασχολεί πολύ το ζήτημα της ταξικότητας και εν τέλει της τοξικότητας που δημιουργεί μια ενδεχόμενη οικονομική κρίση στη σχέση ενός ζευγαριού. Και το θίγει τόσο όσο, χωρίς να καταθέτει ένα πολιτικό μανιφέστο, ούτε μια  πολιτική ταινία, αλλά κεντράροντας σε δύο ήρωες, που έχουν όλα τα στοιχεία καθημερινών ανθρώπων, οικείων και αληθινών, που κάποια στιγμή της ζωής τους τα βρίσκουν «σκούρα»-αυτός ήταν οικονομικός αναλυτής και αυτή αναισθησιολόγος που όμως, έχασαν τις δουλειές τους-χαρακτήρων που μπορεί εύκολα ο θεατής να ταυτιστεί μαζί τους, και να περάσει μια στιγμή φευγαλέα και από το δικό του μυαλό η σκέψη που κάνει η Αλίκη της ταινίας, την ώρα που παίζει με το καρουζέλ του μικρού Παναγιώτη: τι ωραία που θα ήταν να ερχόντουσαν κάποτε μερικά μικρά όμορφα άλογα να σε πάρουν μαζί τους…

Πράσινη θάλασσα

Σκηνοθεσία: Αγγελική Αντωνίου
Πρωταγωνιστούν:  Αγγελική Παπούλια, Γιάννης Τσορτσέκης, άσος Παλαντζίδης, Χρήστος Κοντογιώργης, Μελέτης Γεωργιάδης, Στέφανος Κοσμίδης
Ελλάδα, 2020, Filmtrade

H Άννα (Αγγελική Παπούλια) είναι μια μυστηριώδης γυναίκα χωρίς μνήμη, η οποία βρίσκει δουλειά ως μαγείρισσα στην ταβέρνα του μοναχικού Ρούλα (Γιάννης Τσορτέκης) κοντά σε ένα λιμάνι. Μαγειρεύει για μεροκαματιάρηδες της περιοχής, και ενώ η ίδια πασχίζει να θυμηθεί όχι μόνο το παρελθόν της, αλλά κυρίως το ποια είναι, η μαγειρική της ξυπνάει μνήμες, ζωντανεύει συναισθήματα στους θαμώνες του μαγαζιού.  Μέχρι που ο Ρούλα ανακαλύπτει την ταυτότητα της…

Βασισμένη στο ομώνυμο βιβλίο της Ευγενίας Φακίνου, η ταινία έχει πρώτη ύλη καταρχάς εξαιρετικούς ηθοποιούς, όπως την Αγγελική Παπούλια-μια ηθοποιός σπάνιας ενέργειας- και τον Γιάννη Τσορτσέκη, αλλά και ενδιαφέροντες χαρακτήρες ως κινηματογραφικούς ήρωες. Και όχι μόνο τους κεντρικούς, δηλαδή την Άννα μια γυναίκα χωρίς μνήμη που είναι χαμένη στο παρόν αναζητώντας το παρελθόν, και τον Ρούλα έναν πρώην μουσικό, που αφού πέρασε από σκυλάδικα και μπουζούκια, κατέληξε βιβλιόφιλος ταβερνιάρης σε μια παραθαλάσσια περιοχή, αλλά και τους περιφερειακούς, οι οποίοι δυστυχώς προσεγγίζονται με κλισέ και στερεότυπα, ενώ θα μπορούσαν να είναι πιο αναπτυγμένοι και να φωτιστεί έτσι ένα μπουκέτο από χαρακτήρες της εργατιάς και του μόχθου, ανθρώπους της διπλανής πόρτας με καθημερινά προβλήματα, οικονομικά ή οικογενειακά και «οικείες» αδυναμίες.

Δεν είναι όμως, αυτό το μόνο πρόβλημα της ταινίας, που βέβαια είναι καλοφτιαγμένη στο σύνολο της, με ωραία και ζεστά «χρώματα». Όπως η Άννα «περιπλανιέται» χαμένη στις σκέψεις και στη νέα της ζωή που δυσκολεύεται να αποδεχτεί-κι ας έχει και φιλίες και έρωτες- αναζητώντας κομμάτια του παζλ από την «κανονική» ζωή της, έτσι και ο θεατής «περιπλανιέται» δύο ώρες σε μια επίπεδη αφήγηση, που ακόμα και όταν κορυφώνεται στο φινάλε, όπου επανέρχεται η μνήμη και η Άννα παίρνει τη ζωή της πίσω, η σκηνοθέτης δεν καταφέρνει να προκαλέσει πραγματικά συναισθήματα, δηλαδή ανακούφιση για την ηρωίδα της που επιστρέφει στη ζωή που της ανήκει. Όσο κι αν η Αγγελική Αντωνίου διατηρεί πάντα μια ευαίσθητη ματιά στο σινεμά της και μια τρυφερότητα απέναντι στους ήρωες της, που τους αγκαλιάζει με γενναιοδωρία και νοιάξιμο-και πόσο το χρειάζονται οι ήρωες αυτής της ταινίας-η «Πράσινη θάλασσα» δεν προκαλεί εντάσεις, ούτε συναισθήματα. Και μια κινηματογραφική ηρωίδα σαν την Άννα, σίγουρα θα το άξιζε.

Λούγκερ

Σκηνοθεσία: Κώστας Χαραλάμπους
Πρωταγωνιστούν: Τάσος Νούσιας, Στεφανία Γουλιώτη, Γιωργής Τσουρής, Ερρίκος Λίτσης, Νίκος Χίλιος, Έφη Γούση, Μάνος Ιωάννου

Οι μικροί πρωταγωνιστές από την Κρήτη: Κων/νος –Στέλιος Συντιχάκης, Δάφνη Βάρδα, Βάϊος Κορομπύλιας, Μανώλης Βάρδας, Άννυ Κολομίσα, Κέλλυ Καραμανωλάκη
Ελλάδα, 2021, 127΄, Odeon

Ορεινή Κρήτη, 1958. Η οικογένεια Αγγελιδάκη, μια συνηθισμένη φτωχή εργατική οικογένεια της εποχής, προσπαθεί να ανέλθει κοινωνικά.  Η ενασχόλησή της με το εμπόριο πετρελαίου θα αποτελέσει το εφαλτήριό της για την απόκτηση τεράστιου πλούτου. Ο απότομος πλουτισμός όμως θα επηρεάσει καταλυτικά τα μέλη της οικογένειας. Ακολουθώντας την οικογένεια Αγγελιδάκη σε βάθος 25 χρόνων, θα ξετυλιχθεί ένα κουβάρι περίπλοκων σχέσεων και λεπτών ισορροπιών, με τη σταδιακή αποξένωσή τους να τους στιγματίζει βαθιά.

Στην ταινία αυτή παρακολουθούμε την άνοδο και την πτώση μιας ισχυρής οικογένειας, που ξεκινάει λίγα χρόνια μετά την Κατοχή, όπου η οικογένεια Αγγελιδάκη ζει φτωχικά σε ένα ορεινό χωριό της Κρήτης, κοιμούνται σε ένα δωμάτιο όλοι μαζί και περνάει και τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’80, όταν το ΠΑΣΟΚ ανέβηκε στην εξουσία, μια περίοδο όπου η ανέλιξη και ο πλουτισμός όχι μόνο ήταν στόχος, αλλά έγινε και πραγματικότητα για πολλούς. Η ιστορία ξεκινάει στο δωμάτιο ενός νοσοκομείου όπου ο νεαρός Κώστας, ένα από τα μέλη της οικογένειας, βρίσκεται με σπασμένο πόδι και, ανήμπορος να σηκωθεί, αρχίζει να θυμάται όλη την πορεία της οικογένειας σε flash back.

Η οικογένεια Αγγελιδάκη συμβολίζει ίσως την μικρογραφία μιας Ελλάδας που πάσχιζε να αφήσει πίσω της τις μαύρες μέρες και τη φτώχεια και να ανέλθει κοινωνικά και οικονομικά. Βέβαια, δεν έγιναν όλοι πάμπλουτοι όπως η οικογένεια της ταινίας που ασχολήθηκε με το εμπόριο πετρελαίου. Ο Κώστας Χαραλάμπους, στην καρδιά της ταινίας έχει το κλισέ «το χρήμα δεν φέρνει την ευτυχία», αλλά πρόθεση του είναι προφανώς να αφηγηθεί κάτι πολύ μεγαλύτερο από αυτό που βλέπουμε, μια ανατομία της διάβρωσης των οικογενειακών σχέσεων όταν μπαίνει στη μέση η εξουσία και η περιουσία, που ίσως όμως, θα χρειαζόταν ένα μεγαλύτερο μπάτζετ στις σκηνές που υποτίθεται ότι αποτυπώνουν την ευμάρεια της οικογένειας, και θα έπρεπε να είναι περισσότερο εντυπωσιακές. Το βασικό όμως, πρόβλημα της ταινίας είναι ότι δεν καταφέρνει κορυφώσεις, ούτε καν στις πιο δραματικές στιγμές, ενώ κάποιες στιγμές νοιώθεις ότι παρακολουθείς μια άλλη ταινία μέσα στην… ταινία, σαν συρραφή αρκετών μικρού μήκους που δεν συνθέτουν ένα ενιαίο συμπαγές σύνολο. Σίγουρα το κομμάτι που αφορά τα χρόνια της Κρήτης είναι πιο ενδιαφέρον και πιο ολοκληρωμένο.

Προβάλλονται ακόμα: 

Ένας ήσυχος άνθρωπος

Σκηνοθεσία: Τάσος Γερακίνης
Πρωταγωνιστούν: Τάκης Σακελλαρίου, Κατερίνα Παπαναστασάτου Χρήστος Στρέπκος, Γιώργος Σουξές, Νικόλας Κασάπης
Ελλάδα, 2021, 95΄,

O Μάκης, ένας φιλήσυχος οινοποιός, ζει απομονωμένος σ’ ένα ακριτικό νησί μαζί με την κόρη του, όταν πέφτει θύμα ομηρίας από έναν επικίνδυνο δραπέτη. Προσπαθώντας να εμποδίσει τη σχέση της κόρης του με τον κακοποιό, ξεπερνάει τα όριά του και υπομένει στωικά τις συνέπειες. Η ιστορία διαδραματίζεται κατά τη διάρκεια ενός βαρύ χειμώνα.

Τα όρια μας

Σκηνοθεσία: Δημήτρης Γιατζουζάκης
Ελλάδα, 2020, 78΄

Πρόκειται για ντοκιμαντέρ. Ένας αθλητής με αναπηρία πηγαίνει την επτάχρονη κόρη του και τον πεντάχρονο γιο του να τρέξουν έναν από τους πρώτους τους αγώνες παιδικού τριάθλου και θυμάται τον πιο δύσκολο αγώνα που έχει κάνει ποτέ, ένα IRONMAN: μια από τις πιο εξαντλητικές ψυχο-σωματικές δοκιμασίες που μπορεί ν’ αντέξει κανείς σε μια μέρα. Έναν αγώνα που περιλαμβάνει 3,86χλμ. κολύμβηση, 180 χλμ. ποδήλατο και τα 42 χλμ. ενός Μαραθωνίου. Πριν και μετά τους αγώνες η ταινία εξερευνά πως και εάν τα παιδιά μπορούν να καταλάβουν αυτή την ιδέα του ακραίου τριάθλου που τόσο πολύ γοητεύει τους μεγάλους.

Encanto: Ένας μαγικός κόσμος

Σκηνοθεσία: Μπάιρον Χάουαρντ και Τζάρεντ Μπους

Μια παράδοξη οικογένεια, οι Μαδριγάλ, ζούνε κρυμμένοι στα βουνά της Κολομβίας, στο μαγικό σπίτι μιας πολύβουης πόλης, σε ένα υπέροχο, μαγεμένο μέρος ονόματι Ενκάντο. Η μαγεία του Ενκάντο έχει δωρίσει σε όλα τα παιδιά της οικογένειας ένα μοναδικό χάρισμα, από υπερδύναμη μέχρι και το χάρισμα της ίασης -σε όλα τα παιδιά, εκτός από ένα, τη Μιραμπέλ. Αλλά όταν ανακαλύπτει ότι η μαγεία, που περιβάλλει το Ενκάντο, βρίσκεται σε κίνδυνο, η Μιραμπέλ αποφασίζει ότι εκείνη, η μόνη συνηθισμένη Μαδριγάλ, ίσως είναι η τελευταία ελπίδα της μοναδικής οικογένειάς της.

Σχολιαστε το αρθρο

ΔΗΜΟΦΙΛΗ