Κυριακή 5 Δεκεμβρίου 2021

Είδαμε την ταινία «Καλάβρυτα 1943»: Ανοίγει την πόρτα στην παραχάραξη και στον αναθεωρητισμό της Ιστορίας!

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Η μυθοπλασία δεν μπορεί να αποτελεί άλλοθι για επαναδιατύπωση γεγονότων για τα οποία η Ιστορία έχει αποφανθεί αμετάκλητα. 

της Χρυσούλας Παπαΐωάννου

Μία από τις πιο διάσημες ταινίες για την περίοδο του ναζισμού και τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο είναι η «Λίστα του Σίντλερ» του Στίβεν Σπίλμπεργκ με τον Λίαμ Νίσον στον καλύτερο ρόλο της καριέρας του και ένα κινηματογραφικό καρέ, το κοριτσάκι με το κόκκινο φόρεμα, ανεξίτηλο αποτύπωμα στη μνήμη όσων έχουν δει την ταινία.

Ο Όσκαρ Σίντλερ ήταν υπαρκτό πρόσωπο, ένας φιλοναζί, ο οποίος έκανε μπίζνες τον καιρό του πολέμου και τα είχε καλά με τους στρατιώτες της Βέρμαχτ για να κάνει τις δουλειές του και να αυξάνει τον πλούτο του. Στην πορεία όμως, η συνειδητοποίηση των πεπραγμένων της ναζιστικής ιδεολογίας τον οδηγούν στο να σώσει εκατοντάδες Εβραίους από το Άουσβιτς. Επαναλαμβάνω ότι ο Όσκαρ Σίντλερ υπήρξε και η ιστορία του είναι αληθινή, και επομένως, αποτέλεσε μία εξαίρετη περίπτωση κινηματογραφικού ήρωα. Ήταν  δέ, τυχερός που έπεσε στα χέρια ενός Στίβεν Σπίλμπεργκ.

Ένας «καλός» ναζί  είναι και ένας από τους πρωταγωνιστές τρόπον τινά της ταινίας «Καλάβρυτα 1943» του Νικόλα Δημητρόπουλου-με (άστοχο) τίτλο που παραπέμπει περισσότερο σε ντοκιμαντέρ, κι όχι σε ταινία μυθοπλασίας-η οποία έκανε χθες, Σάββατο, την πρεμιέρα της στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης και την Πέμπτη βγαίνει στις αίθουσες (από την εταιρεία διανομής Tanweer). Δεν είναι ρόλος με διάρκεια, αλλά είναι ρόλος με ουσία στο αφήγημα που χτίζει ο σκηνοθέτης με τον σεναριογράφο Δημήτρη Κατσαντώνη.

Η ταινία, που ξεκαθαρίζει από την αρχή ότι είναι εμπνευσμένη από αληθινά γεγονότα, πραγματεύεται τη σφαγή των Καλαβρύτων, ένα από τα πιο απεχθή εγκλήματα των ναζί. Μια Γερμανίδα νομικός, η Καρολάιν (Άστριντ Ρους), αδίστακτη επαγγελματίας που δεν έχει χάσει καμία από τις 23 υποθέσεις που έχει αναλάβει στο ευρωπαΐκό δικαστήριο, έρχεται στην Ελλάδα ως εκπρόσωπος του γερμανικού κράτους εναντίον των ελληνικών αξιώσεων για τις αποζημιώσεις, να ψάξει τα αρχεία, να αντλήσει επιχειρήματα και ελαφρυντικά, και να συμβάλλει ώστε να καταπέσει η υπόθεση μας.

KALAVRYTA.3. scaled e1636297732854

Στην Ελλάδα, εντοπίζει έναν επιζώντα, τον Νικόλα Ανδρέου, τον οποίο υποδύεται ο Μαξ φον Σίντοφ, στον τελευταίο του ρόλο λίγο πριν πεθάνει, ο Μαξ φον Σίντοφ της Έβδομης Σφραγίδας του Ίνγκμαν Μπέργκμαν-ο οποίος πραγματικά δίνει υποκριτικό κύρος στην ταινία, ειδικά στις σκηνές όπου παίζει με το βλέμμα και τη απίστευτα υποβλητική σιωπή του (η σκηνή όπου λέει  «Πώς μπορείς να αγαπήσεις τη ζωή εάν δεν είχες παιδική ηλικία;», είναι από τις πιο δυνατές, αφού δημιουργεί αυτομάτως το αίσθημα που συνηθίζουμε να περιγράφουμε ως κόμπο στο λαιμό).

Της  διηγείται τη φρίκη, καθώς τότε ήταν ένα από τα παιδιά που έκλεισαν οι ναζί στο σχολείο με τις γυναίκες του χωριού, αφού του έβαλαν φωτιά, την ώρα που λίγο πιο πέρα στις παρυφές του λόφου, εκτελούνταν οι περίπου 500 άνδρες και τα 64 έφηβα αγόρια των Καλαβρύτων.

Ο «καλός ναζί»

Η ιστορία χτίζεται γύρω από έναν μύθο, ότι υπήρξε ένας καλός Αυστριακός ναζί (τον υποδύεται ο πολύ καλός ηθοποιός Προμηθέας Αλειφερόπουλος), ο οποίος άνοιξε την πόρτα και σώθηκαν τα γυναικόπαιδα. Η συγκεκριμένη σκηνή μάλιστα, διαρκεί λίγα λεπτά, είναι καλογυρισμένη και σίγουρα για κάποιον που δεν ξέρει την ιστορία των Καλαβρύτων, προκαλεί ένταση, συγκίνηση, ανακούφιση για τις μικρές αχτίδες ανθρωπιάς που ξεπροβάλλουν με το σπάσιμο μιας σιδεριάς και το διάπλατο άνοιγμα μιας κλειδαμπαρωμένης πόρτας κατά τη διάρκεια εξέλιξης μιας θηριωδίας, ενός εγκλήματος πολέμου.

KALAVRYTA.2 scaled e1636297745633

Επιζώντες του Ολοκαυτώματος των Καλαβρύτων έχουν προ πολλού διαψεύσει αυτό τον μύθο καθώς ισχυρίζονται ότι οι πόρτες του σχολείου άνοιγαν προς τα μέσα, δεν υπήρχε καν θέμα να τις ξεκλειδώσει κάποιος. Και σαν να μην έφτανε αυτό ο Γερμανός στρατιώτης εξανθρωπίζεται ακόμα περισσότερο στην πορεία της ταινίας όταν η Γερμανίδα δικηγόρος επισκέπτετται την κάποτε σύντροφο του για να ακούσει τελικά το πόσο καλός άνθρωπος ήταν, πόσο σιχαινόταν τη ναζιστική ιδεολογία, αλλά δεν αυτομόλησε γιατί δεν μπορούσε να εγκαταλείψει την αγαπημένη του, η οποία έπρεπε να φροντίζει την κατάκοιτη μητέρα της.

Πόσο πιο «άνθρωπος» ο «καλός» ναζί, πόσος εξωραΐσμός… Από τα πρώτα λεπτά της ταινίας έχει αρχίσει να φιλοτεχνείται το προφίλ του, όταν σε μια σκηνή δίνει μια σοκολάτα στον μικρό τότε Νικόλα Ανδρέου. Ενώ και ο χαρακτήρας της Γερμανίδας δικηγόρου, η οποία εκπροσωπεί τη γερμανική κυβέρνηση, εξωραΐζεται (αλλά εδώ σταματώ για να μην κάνω σπόιλερ).

Ο σκηνοθέτης επιλέγει να αφηγηθεί την ιστορία του σε δύο επίπεδα, σε δύο χρόνους: στο τώρα, με τον ηλικιωμένο επιζώντα του Ολοκαυτώματος που διηγείται όσα έζησε στην δικηγόρο, και στο τότε, τον Δεκέμβριο του 1943, στη Σφαγή των Καλαβρύτων.

Το κομμάτι που αφορά το σήμερα είναι αρκετά αδύναμο, ίσως οφείλεται και στην άνευρη ερμηνεία της Άστριντ Ρους, ενώ αυτό που εκτυλλίσσεται στο 1943 είναι εκ των πραγμάτων πιο δυνατό και σίγουρα πολύ φορτισμένο. Πρόκεται για μια φροντισμένη παραγωγή, μια καλογυρισμένη ταινία, η οποία όμως, δεν κατορθώνει κάποιο καλλιτεχνικό επίτευγμα, περισσότερο είναι μια mainstream ταινία με προσδοκίες εμπορικότητας, που καλλιεργεί το θέμα της. Η δύναμη της είναι η ιστορία της. Τα συναισθήματα που προκαλεί δημιουργούνται περισσότερο από την ενεργοποίηση του θυμικού μας για την φρίκη των Καλαβρύτων, παρά από την ίδια την δραματουργία της ή τους χαρακτήρες.

KALAVRYTA.4. scaled e1636298019998

Βέβαια, στο κομμάτι που αφορά το πριν την εκτέλεση, μου έλειψε η αγωνία. Σε μια άλλη ταινία που βγήκε πρόσφατα στις αίθουσες, το «Quo Vadis Aida» για τη σφαγή στη Σρεμπρένιτσα, η σκηνοθέτιδα Τζασμίλα Ζμπάνιτς είχε καταφέρει να στήσει μια ατμόσφαιρα θρίλερ, παρόλο που και σε αυτή την περίπτωση γνωρίζουμε την ιστορία, άρα και το τέλος της ταινίας, την εκτέλεση δηλαδή των μουσουλμάνων Βόσνιων ανδρών και των έφηβων παιδιών της Σρεμπρένιτσα από τους Σέρβους υπό τις οδηγίες του Ράτκο Μλάντιτς . Κι όμως, επί μιάμιση ώρα παρακολουθούμε με κομμένη την ανάσα τις προσπάθειες μιας μητέρας να γλιτώσει από τον επικείμενο θάνατο τα δύο έφηβα αγόρια της.

Η ταινία «Καλάβρυτα 1943» ακολουθεί μια πεπατημένη στο σινεμά, μια τάση που έχει κυριαρχήσει τα τελευταία χρόνια σε ταινίες οι οποίες ανοίγουν το κεφάλαιο του ναζισμού. Με εξαίρεση φιλμ όπως το αριστούργημα του Μίκαλε Χάνεκε «Λευκή κορδέλα», το οποίο καταπιάνεται με τις γενεσιουργές αιτίες που οδηγούν μια κοινωνία σε ναζιστικές και φασιστικές ιδεολογίες, βλέπουμε ταινίες που αναδεικνύουν το πνεύμα της συμφιλίωσης, που αναζητούν τον ανθρωπισμό και την ελπίδα ακόμα και γύρω από τα πιο φρικιαστικά εγκλήματα της ανθρωπότητας.

Το σινεμά βέβαια, ως λαΐκή τέχνη, έχει σε περιπτώσεις εργαλειοποιηθεί σε μια προσπάθεια αναθεωρητισμού της Ιστορίας, όχι όμως, απαραιτήτως με πρόθεση του σκηνοθέτη. Βέβαια, γενικά μιλώντας, από τη στιγμή που καταπιάνεσαι με ιστορικά γεγονότα, έχεις ανεπιστρεπτί πολιτική ευθύνη.Μπορεί στο όνομα της μυθοπλασίας να γινόμαστε αναθεωρητές της ιστορίας; Μπορούμε να παραποιούμε την ιστορία στο όνομα ενός fiction προΐόντος;

Η προσωπική μου απάντηση μου είναι «όχι». Όσον αφορά τα «Καλάβρυτα 143», δεν πρόκειται για μια ταινία που έχει στην καρδιά της ένα love story, το οποίο με τη σειρά του έχει φόντο τον πόλεμο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το θέμα είναι η ίδια η σφαγή των Καλαβρύτων. Η ταινία δεν υπονομεύει σε καμία περίπτωση το ιστορικό γεγονός της Σφαγής των Καλαβρύτων και το έγκλημα των ναζί. Δεν υπάρχουν ναι μεν αλλά. Η πρόθεση του σκηνοθέτη προφανώς είναι η ανάδειξη της φρίκης. Και μάλιστα, το «μήνυμα» (κλισέ λέξη αλλά αναπόφευκτη) της ταινίας είναι ότι τέτοιες περιπτώσεις ανθρωπιάς, όπως του Γερμανού στρατιώτη που ανοίγει την πόρτα, είναι ψήγματα ανθρωπισμού μπροστά στη θηριωδία που συνέβη στα Καλάβρυτα.

Είναι η μνήμη μας

Όμως, επιλέγει να αξιοποιήσει έναν μύθο, κι αυτό είναι παραχάραξη της ιστορίας. Ειδικά οι τελευταίες σκηνές της ταινίας, όπου η κάμερα εστιάζει στα πτώματα που κείτονται στον λόφο της ετέλεσης, αμέσως μετά βλέπουμε τον γερασμένο επιζώντα Νικόλα του Μαξ φον Σίντοφ μπροστά στο μνημείο των Καλαβρύτων, και παράλληλα ακούμε θρηνητικά μοιρολόγια (μου θύμισε Ψυχή Βαθιά» του Παντελή Βούλγαρη) όλα αυτά συντελούν σε ένα δυνατό κινηματογραφικό φινάλε. Αλίμονο. Είναι η ιστορία μας. Είναι η μνήμη μας. Είναι η πληγή μας, εθνική πληγή που παραμένει ανοιχτή, όπως ανοιχτό παραμένει το ζήτημα των γερμανικών  αποζημιώσεων. Η αναγνώριση τους θα ήταν ίσως μια έμπρακτη συγγνώμη για ένα έγκλημα, που 78 χρόνια μετά ακόμα προκαλεί ανατριχίλα.

Στο μοιρολόι του τέλους ακούγονται οι γυναικείες φωνές να θρηνούν σπαρακτικά μέσα απ την ψυχή τους την μοίρα των ανδρών και των έφηβων παλικαριών των Καλαβρύτων με τα παρακάτω λόγια: «Το νερό που γίνηκε αίμα, να ποτίσει τα βουνά, δε στερεύει και είναι ψέμμα πως θα πάψει να πονά». Η Ιστορία που γράφτηκε με αίμα δεν μπορεί να παραχαράσσεται ούτε από  συστηματικές επιχειρήσεις αναθωρητισμού της, ούτε από ψηφίσματα του ευρωπαΐκού κοινοβουλίου που εξισώνουν τον ναζισμό με τον κομμουνισμό, ούτε βέβαια, από εκάστοτε κινηματογραφικά καρέ, τα οποία, με άλλοθι την μυθοπλασία παραχαράσσουν και προσβάλλουν την εθνική μας Ιστορία.

Διαβάστε ακόμη:

Καλάβρυτα: Οργή συγγενών θυμάτων για την ταινία με θέμα τo Ολοκαύτωμα από τους Ναζί

Σχολιαστε το αρθρο

ΔΗΜΟΦΙΛΗ