Παρασκευή 14 Ιανουαρίου 2022

Ανγκελα Μέρκελ: Επιστρέφει στον τόπο του εγκλήματος, στην Αθήνα

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Απόψε η Άνγκελα Μέρκελ φθάνει στην Αθήνα για τελευταία φορά ως καγκελάριος, σε μια από τις ενδεχομένως δυσκολότερες στάσεις της… αποχαιρετιστήριας περιοδείας της. Από προχθές, είναι πλέον υπηρεσιακή. Περιμένει τον σχηματισμό νέας κυβέρνησης για να «συνταξιοδοτηθεί» και επισήμως. Κανείς ωστόσο δεν πιστεύει ότι η επίσκεψή της θα είναι χαμηλής πολιτικής σημασίας, ή ότι η ατζέντα θα περιοριστεί σε απολογισμούς ή αποχαιρετισμούς.

Η καγκελάριος δήλωσε πρόσφατα ότι δεν επιθυμεί να κάνει η ίδια απολογισμό του έργου της. «Ας το κάνουν άλλοι. Εγώ αισθάνομαι καλά με τον εαυτό μου, με τη ζωή και τη βιογραφία μου. Μου έδωσαν την ευκαιρία να προσφέρω στην πατρίδα μου», είπε χαρακτηριστικά. Γνωρίζει πάντως ότι μακριά από τη Γερμανία, δεν έχει να περιμένει πολλά «ευχαριστώ».

Η ελληνική τραγωδία

Τη 19η Μαΐου 2010 η Άνγκελα Μέρκελ δήλωνε, για πρώτη φορά, «αν αποτύχει το ευρώ, θα αποτύχει και η Ευρώπη», σηματοδοτώντας έτσι την απόφασή της να δώσει πράσινο φως στη στήριξη της ελληνικής οικονομίας. Την ίδια φράση έχει επαναλάβει έκτοτε δεκάδες φορές – ίσως για να την πιστέψει και η ίδια.

Τη 18η Μαΐου 2010, μιλώντας σε κομματική συνεδρίαση, έλεγε ότι «δεν γίνεται να έχουμε κοινό νόμισμα και ο ένας να κάνει πολλές διακοπές ενώ ο άλλος πολύ λίγες». Η βοήθεια συνδέεται με όρους, επέμενε. «Δεν μπορούμε απλώς να δείξουμε αλληλεγγύη και να πούμε ότι αυτές οι χώρες θα συνεχίσουν όπως πριν. Ναι, η Γερμανία βοηθάει, αλλά μόνο όταν και οι άλλοι καταβάλλουν προσπάθεια. Και η προσπάθεια πρέπει να αποδειχθεί».

Αυτό ήταν. Ο μύθος του τεμπέλη Έλληνα, Πορτογάλου, Ισπανού, είχε γεννηθεί και θα σκίαζε όλη την μετέπειτα περίοδο. Το περιοδικό Der Spiegel έγραψε πρόσφατα ότι η κυρία Μέρκελ είναι εφοδιασμένη με «μεγάλη οξυδέρκεια, αλλά καθόλου ταπεραμέντο». Και η κρίση του ευρώ ίσως χρειαζόταν λιγότερο από το πρώτο και περισσότερο από το δεύτερο.

Οπως λένε επικριτές της, το «ευρωπαϊκό πάθος» του Χέλμουτ Κολ μάλλον δεν το απέκτησε ποτέ, ή έστω δεν βρήκε ανάλογο όραμα να την εμπνεύσει. Ίσως για αυτό, όπως ομολόγησε πριν από λίγες ημέρες η ίδια, το μεγαλύτερο βάρος στους ώμους της το ένιωσε όταν «έπρεπε» να ζητήσει τόσα πολλά από τους Έλληνες.

Τόσα πολλά που στοίχισαν στους Ελληνες το 25% του ΑΕΠ σε ύφεση, εκτόξευση της ανεργίας, λουκέτα στα μαγαζιά και πολλά άλλα. Πολλοί δείχνουν το ΔΝΤ για όλα αυτά αλλά ουσιαστικά ήταν η άρνηση της Μέρκελ για μια ευρωπαϊκή λύση στο ελληνικό πρόβλημα.

Κάνοντας τον απολογισμό της, παραδέχθηκε ότι απαίτησε υπερβολικά πολλά από την ελληνική κοινωνία. Το έκανε χωρίς να προσπαθεί να δικαιολογηθεί. Άλλωστε η διαχείριση της κρίσης κάθε άλλο παρά την ωφέλησε στο εσωτερικό. Για την Ελλάδα και τον υπόλοιπο Νότο, ήταν πολύ λίγη, πολύ άτολμη, πολύ αυστηρή. Για πολλούς Γερμανούς, παραμέλησε τα συμφέροντα της χώρας της. «Έστριψε τις βίδες από δω κι από κει, κράτησε τη μηχανή κατά κάποιο τρόπο σε λειτουργία, αλλά έλειπε μια ‘μεγάλη στρατηγική’ για μια ισχυρή Ευρώπη», της καταλόγισε (πάλι) το Spiegel. Ο Γιούργκεν Χάμπερμας μίλαγε τότε για την «γαλήνια ακαταστασία γύρω της».

Ωστόσο, πιστώνεται την αποφασιστικότητα με την οποία απέρριψε τα σχέδια του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε για προσωρινή (;) αποχώρηση της Ελλάδας από την Ευρωζώνη το 2015.

Βόρεια Μακεδονία και προσφυγικό

Τα δημοσιονομικά μπορεί να κυριάρχησαν στις σχέσεις του Βερολίνου με την Αθήνα την προηγούμενη δεκαετία, αλλά δεν υπήρξαν η μόνη αφορμή εντάσεων. Το ζήτημα της ονομασίας της Βόρειας Μακεδονίας, το προσφυγικό, οι σχέσεις με την Τουρκία, ακόμη και η κρίση στη Λιβύη, επιβάρυναν κατά καιρούς την επικοινωνία και τη συνεργασία των δύο πλευρών, ενώ μόνιμη σκιά παραμένει η διεκδίκηση των πολεμικών επανορθώσεων.

Η Γερμανία, εφαρμόζοντας το νέο δόγμα της εξωτερικής πολιτικής της, που προβλέπει μεγαλύτερη ανάμιξη στις διεθνείς υποθέσεις, ανέλαβε ιδιαίτερα ενεργό ρόλο στην υπόθεση του Σκοπιανού. Κύριο μέλημα του Βερολίνου ήταν η άρση του σημαντικότερου εμποδίου για την ένταξη της χώρας στις ευρωατλαντικές δομές, προκειμένου τα δυτικά Βαλκάνια να στρίψουν… δυτικά, να εξασθενίσει η επιρροή της Ρωσίας. Το περιεχόμενο της λύσης ασφαλώς δεν απασχολούσε ιδιαίτερα τους Γερμανούς και η Άνγκελα Μέρκελ είχε εκφράσει τη διαφωνία της με τον τότε αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης και σημερινό πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη, ο οποίος έβλεπε κριτικά τη συμφωνία.

Την 31η Αυγούστου 2105 η γερμανίδα καγκελάριος δήλωνε «θα τα καταφέρουμε», αναφερόμενη στην υποδοχή – κυρίως Σύρων– προσφύγων, οι οποίοι βρίσκονταν εγκλωβισμένοι στη Βουδαπέστη. Ήταν μια σπάνια περίπτωση που πρυτάνευσε το συναίσθημα: το κοινό αίσθημα των Γερμανών, που έσπευδαν στους σιδηροδρομικούς σταθμούς για να υποδεχθούν και να αγκαλιάσουν τους πρόσφυγες.

Περισσότεροι από ένα εκατομμύριο άνθρωποι βρήκαν τότε καταφύγιο στη Γερμανία, αλλά η εικόνα στο εσωτερικό είχε πλέον αρχίσει να θολώνει για τα καλά. Η Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD), το ακροδεξιό κόμμα που ιδρύθηκε το 2014, με – μοναδική – πολιτική θέση την έξοδο της Ελλάδας από την Ευρωζώνη, έβρισκε νέο λόγο ύπαρξης στην προσφυγική κρίση.

Η εσωκομματική γκρίνια, τα επικριτικά δημοσιεύματα της εποχής, η διαρκής κλιμάκωση μιας κρίσης χωρίς τέλος, υποχρέωσαν την Άνγκελα Μέρκελ να αναζητήσει τρόπους προκειμένου να ανακόψει τις ροές προσφύγων και μεταναστών μέσω Αιγαίου και Ελλάδας, ακόμη και παραδίνοντας τη δύναμή της – και αυτή της ΕΕ – σε έναν απολυταρχικό ηγέτη όπως ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, με την συμφωνία ΕΕ-Τουρκίας για το προσφυγικό. Πολλοί την κατηγόρησαν ότι δεν διέθετε σχέδιο και ότι επέτρεπε στον τούρκο πρόεδρο να την εκβιάζει, και μαζί όλη την Ευρώπη. Η προσφυγική κρίση της εξασφάλισε φήμη πέρα από την ήπειρο, στο εσωτερικό όμως της χώρας της και της υπόλοιπης Ευρώπης είχε αρχίσει η παρακμή της.

Σχέσεις με Τουρκία και Λιβύη

Η στάση της καγκελαρίου απέναντι στον τούρκο πρόεδρο δεν έπαψε να δίνει λαβές για ειρωνικά σχόλια και κριτική από τα ΜΜΕ και την αντιπολίτευση. Η ίδια απαντούσε πάντα ότι η Τουρκία είναι ένας δύσκολος αλλά πολύ σημαντικός εταίρος και ότι είναι προτιμότερο να συζητούμε παρά να απομονωνόμαστε.

Το αποτέλεσμα των συζητήσεων είναι ασφαλώς στην κρίση του καθένα, αλλά κυρίως της επόμενης γερμανικής κυβέρνησης. Τα τελευταία χρόνια η κυρία Μέρκελ ήταν κάποιες φορές η μόνη που διατηρούσε την ψυχραιμία της με τα καμώματα του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.

Η τουρκική προκλητικότητα στο Αιγαίο βρήκε πέρυσι το Βερολίνο σε ρόλο διαμεσολαβητή μεταξύ Αθήνας και Άγκυρας. Η γερμανική κυβέρνηση γνώριζε καλά τον ρόλο της Τουρκίας στο Αιγαίο, στην ανατολική Μεσόγειο, στα θέματα κράτους δικαίου. Υπό την Ανγκελα Μέρκελ όμως προσποιήθηκε συχνά πως δεν έβλεπε και δεν άκουγε.

Η υποχωρητική στάση της γερμανικής κυβέρνησης έναντι της Άγκυρας επιβεβαιώθηκε και στην περίπτωση της Διάσκεψης του Βερολίνου για τη Λιβύη, τον Ιανουάριο του 2020, όταν η Ελλάδα αποκλείστηκε από τον κατάλογο των συμμετεχόντων, παρά τα συμφέροντα και τον ρόλο της στην περιοχή. Οι δικαιολογίες των διοργανωτών δεν έπεισαν την Αθήνα, η οποία «είδε» τουρκικό δάκτυλο στο θέμα και εξέφρασε έντονα τη δυσαρέσκειά της.

Εκτός απροόπτου, στην επόμενη γερμανική κυβέρνηση θα συμμετέχουν πολιτικές δυνάμεις που άσκησαν συστηματικά κριτική στην Άνγκελα Μέρκελ για την πολιτική της έναντι της Τουρκίας, με σημείο αιχμής την πώληση στρατιωτικού εξοπλισμού στην Άγκυρα. Μένει να αποδειχθεί αν αυτή η κριτική θα αποτελέσει τη βάση για αλλαγή πολιτικής, ή αν θα αλλάξουν απλώς οι διατυπώσεις και ο τόνος, με την ουσία να παραμένει ίδια.

Ανάλογα ερωτήματα υπάρχουν επίσης για το ζήτημα της διεκδίκησης πολεμικών επανορθώσεων από την ελληνική πλευρά. Το αίτημα επανέρχεται τακτικά, με τη γερμανική κυβέρνηση να απαντά – σχεδόν μηχανικά – ότι «το θέμα είναι νομικώς και πολιτικώς λήξαν». Μένει έτσι ένα «αγκάθι» στις σχέσεις των δύο χωρών.

Σχολιαστε το αρθρο

ΔΗΜΟΦΙΛΗ