Σάββατο 25 Ιουνίου 2022

Το 83% απορρίπτει την Κυβερνητική πολιτική μισθών

Η διαμόρφωση του κατώτατου μισθού πρέπει να επιστρέψει στο τραπέζι του κοινωνικού διαλόγου

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

του Λεωνίδα Βατικιώτη

Μαζικά απορρίπτει η συντριπτική πλειοψηφία των εργαζομένων την ακολουθούμενη πολιτική μισθών! Αυτό είναι το συμπέρασμα που προκύπτει από την έρευνα του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ που πραγματοποίησε σε συνεργασία με την δημοσκοπική εταιρεία Alco.

Οι εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα που συμμετείχαν στην έρευνα δήλωσαν κατά πλειοψηφία (50%) ότι δεν είναι αισιόδοξοι για την πορεία της χώρας του μήνες που έρχονται. Η απαισιοδοξία τους έρχεται σε εμφανή αντίθεση με το κλίμα ευφορίας που προσπαθεί να δημιουργήσει η κυβέρνηση ποντάροντας στα κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, που αναμένονται τις προσεχείς εβδομάδες. Αισιόδοξο για την πορεία της χώρας δήλωσε ένα μικρότερο ποσοστό, της τάξης του 43%.

Η απαισιοδοξία, σε επίπεδο 49%, κυριαρχεί μεταξύ των εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα και στις προοπτικές εξέλιξης των αμοιβών το επόμενο εξάμηνο. Αξίζει μάλιστα να προσέξουμε ότι στην προηγούμενη έρευνα που πραγματοποιήθηκε τον Μάρτιο απαισιόδοξο δήλωνε το 46%. Η απαισιοδοξία επομένως αυξήθηκε, ενώ μειώθηκε και η αισιοδοξία από το 40% των ερωτηθέντων τον Μάρτιο στο 37%.

Το σημαντικότερο ωστόσο εύρημα σχετίζεται με το ύψος του μισθού, καθώς το 83% των εργαζομένων απάντησε ότι ο κατώτατος μισθός των 650 ευρώ (μικτά) δεν επιτρέπει την αξιοπρεπή διαβίωση του εργαζόμενου και της οικογένειάς του. Ένα παρόμοιο ποσοστό της τάξης του 82% διαφωνεί με την πρόταση που φαίνεται να υιοθετεί η κυβέρνηση να παραμείνει στάσιμος ο κατώτατος μισθός το τρέχον έτος. Εμφατική απόρριψη της πρότασης της κυβέρνησης σηματοδοτεί και η αποδοχή που συνάντησε στο 61% των ερωτηθέντων η πρόταση της ΓΣΕΕ να επανέλθει ο κατώτατος μισθός στα 751 ευρώ. Μάλιστα, ένα καθόλου ευκαταφρόνητο ποσοστό της τάξης του 28% υποστηρίζει ότι ο κατώτατος μισθός πρέπει να αυξηθεί ακόμη περισσότερο. Αν αθροίσουμε τα παραπάνω ποσοστά που ισοδυναμούν με 89%, μπορούμε εύκολα να καταλάβουμε γιατί ο αρμόδιος υπουργός Κ. Χατζηδάκης, μεταθέτει διαρκώς τις αποφάσεις του και τις σχετικές ανακοινώσεις για το ύψος του κατώτατου μισθού. Είναι το πολιτικό κόστος που δεν θέλει να αναλάβει η κυβέρνηση, ανακοινώνοντας πάγωμα στις αποδοχές του πιο φτωχού στρώματος της κοινωνίας το οποίο αμείβεται και αναγκάζεται να ζει με τον κατώτατο μισθό, ο οποίος υπολείπεται ακόμη και του ορίου της απόλυτης φτώχειας!

Τέλος, η πλειοψηφία των ερωτηθέντων, σε ποσοστό 59%, δήλωσε ότι η διαμόρφωση του κατώτατου μισθού πρέπει να επιστρέψει στο τραπέζι του κοινωνικού διαλόγου και των κοινωνικών εταίρων, στο πλαίσιο της Εθνικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας.

Εν ολίγοις, απορρίπτει το σημερινό σύστημα – κατάλοιπο της μνημονιακής περιόδου, βάσει του οποίου για το ύψος του κατώτατου μισθού αποφασίζει η κυβέρνηση. Μέτρο που απάδει των νεοφιλελεύθερων επιθέσεων στο «τυραννικό κράτος» αλλά βολεύει μια χαρά όταν επιτρέπει την καθήλωση μισθών και ημερομισθίων κατ’ επιταγή του ΣΕΒ…

Σχολιαστε το αρθρο

ΔΗΜΟΦΙΛΗ