Κυριακή 25 Ιουλίου 2021
MENU

ΙΝΕ-ΓΣΕΕ: Κατώτατος μισθός στα 751 ευρώ, για αξιοπρεπή διαβίωση

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΤΩΡΑ

του Κώστα Καλλωνιάτη
και του Δημήτρη Κατσορίδα

Δεν είναι τυχαίο που τα συνδικάτα, λαμβάνοντας υπόψη την ζοφερή κατάσταση που πλήττει τον κόσμο της εργασίας, θεωρούν ως βασικό αίτημα την αύξηση του κατώτατου μισθού στα προ μνημονίων επίπεδα, δηλ. στα 751 ευρώ, καθώς επίσης την επαναφορά της θεσμικής διαμόρφωσης του κατώτατου μισθού στην Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, μέσω συλλογικών διαπραγματεύσεων. Εννοείται ότι παράλληλα, διεκδικούν να μην περάσουν τα νέα σχέδια της κυβέρνησης για τα εργασιακά και να αναιρεθούν τα αρχικά, καθώς επίσης και όλο το μνημονιακό οπλοστάσιο, το οποίο εμποδίζει την εργατική δράση και διεκδίκηση.

Όμως, αν λάβουμε υπόψη ότι ακόμη και η επαναφορά στα 751 ευρώ δεν εξασφαλίζει αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης, και επιπλέον συνυπολογίσουμε ότι ένα μεγάλο ποσοστό μισθωτών επιβιώνει με τον ήδη διαμορφωμένο μισθό, από τον Φεβρουάριο 2019, ο οποίος με απόφαση της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ αυξήθηκε κατά 11%, φτάνοντας ο κατώτατος μισθός στα 550 ευρώ (ή 650 ευρώ μικτά, έναντι των 586 ευρώ μικτά που είχε μειωθεί τον Φεβρουάριο του 2012 από τα 751 ευρώ που ήταν πριν), τότε είναι δυνατό να καταλάβουμε ότι μια μεγάλη κατηγορία μισθωτών, ιδιαίτερα στις νεότερες γενιές, βρίσκονται κάτω από το όριο της απόλυτης και της σχετικής φτώχειας.

Απέναντι σε αυτή την κατάσταση, το ΙΝΕ-ΓΣΕΕ αντιπροτείνει μια εναλλακτική πρόταση εξόδου από την κρίση, η οποία έχει ως άξονα την ενίσχυση της εργασίας, προκειμένου να ανατάξει η οικονομία. Η πρότασή του είναι για μια αντικυκλική πολιτική εισοδηματικής στήριξης από τα κάτω, η οποία απέναντι στην αποτυχημένη συνταγή της υποτίμησης της εργασίας (λιτότητα) προτείνει το ακριβώς αντίθετο, δηλαδή την παρέμβαση του δημόσιου τομέα με προγράμματα εγγυημένης απασχόλησης, τη βελτίωση των εργασιακών σχέσεων, την αύξηση του κατώτατου μισθού και την αποκατάσταση των συλλογικών συμβάσεων εργασίας.

Με βάση τα παραπάνω, το ΙΝΕ θεωρεί ότι ο κατώτατος μισθός δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται απλά και μόνο ως ένας οικονομικός δείκτης, αλλά ως μέσο μιας αξιοπρεπούς διαβίωσης για τους εργαζομένους και τις οικο­γένειές τους, η οποία θα σέβεται τις πραγματικές τους ανάγκες.

Συγκεκριμένα, η πρόταση του ΙΝΕ είναι η εξής: για το 2021, να υπάρξει άμεση αύξηση του κατώτατου μισθού στο ύψος των 751 ευρώ μηνιαίως (ή 645 ευρώ καθαρά) και στη συνέχεια (βάσει των στοιχείων του ΟΟΣΑ) να προσαρμοστεί στο 60% του διάμεσου ακαθάριστου μισθού των εργαζομένων πλήρους απασχόλησης, ώστε να ανέλθει στα 809 ευρώ.

Η εν λόγω πρόταση στηρίζεται στην πρόβλεψη τόσο των διεθνών οργανισμών όσο και της κυβέρνησης ότι το 2021 και το 2022, θα υπάρχει μια ισχυρή αύξηση του ΑΕΠ και των επενδύσεων και υπό αυτή την έννοια υπάρχουν όλες οι δυνατότητες για μια αύξηση του κατώτατου μισθού.

Το επιχείρημα που προβάλλεται ότι η αύξηση του κατώτατου μισθού θα μειώσει την απασχόληση, ή θα μειώσει τις θέσεις πλήρους απασχόλησης υπέρ της μερικής, γιατί θα αυξήσει τα κόστη των επιχειρήσεων σε μία δυσμενή περίοδο, δεν λαμβάνει υπόψη του:

1.     Την αύξηση της παραγωγικότητας εργασίας, των πωλήσεων και τη βελτίωση του κλίματος καταναλωτικής εμπιστοσύνης που αυτή θα προκαλέσει

2.     Τις πολλαπλές φορολογικές ελαφρύνσεις που θα απολαύσουν οι επιχειρήσεις εφεξής (βλ. μείωση φορολογικού εταιρικού συντελεστή από 24% το 2021 σε 22% το 2022, μείωση συντελεστή φορολόγησης μερισμάτων στο 5%, πάγωμα εισφοράς αλληλεγγύης και το 2022, μείωση προκαταβολής φόρου στο 55%)

3.     Τους ευνοϊκότερους όρους χρηματοδότησης που επιτρέπει η αυξημένη κατά 44 δις ρευστότητα των τραπεζών το 2020

4.     Τις θετικές ρυθμίσεις αποπληρωμής των δανείων σε περισσότερες δόσεις

5.     Την αύξηση των επιχειρηματικών καταθέσεων κατά 9 δις μέσα σε 12 μήνες (Μάρτιος 2020 – Μάρτιος 2021)

6.     Το μεγάλο πακέτο επιχορηγήσεων του Ταμείου Ανάκαμψης που ξεκινά φέτος με 5 δις περίπου

Όμως, δεν είναι μόνον οι προοπτικές οικονομικής μεγέθυνσης που στηρίζουν την πρόταση του ΙΝΕ για άμεση αύξηση του κατώτατου μισθού. Είναι και οι παρελθούσες επιδόσεις που στηρίζουν την αύξηση. Γιατί με όρους κόστους εργασίας, η ανταγωνιστικότητα, την περίοδο 2010-2021, στην μεν Ευρωζώνη μειώθηκε 3,4% ενώ στην Ελλάδα αυξήθηκε 16%. Συνεπώς, δεν κινδυνεύει η ανταγωνιστικότητα από την αύξηση του κατώτατου μισθού.

Επίσης, δεν είναι λογικό στη διάρκεια της τελευταίας 10ετίας (2011-2021) ο μεν δείκτης προμηθειών στη μεταποίηση (ο οποίος αποτυπώνει τις αναπτυξιακές εξελίξεις της χώρας με βάση τις προσδοκίες των επιχειρηματιών για τις παραγγελίες) να σημειώνει άνοδο 22%, ενώ ο κατώτατος μισθός να υποχωρεί κατά 13% περίπου.

Τέλος, αξίζει να σημειωθεί πως η προτεινόμενη αύξηση του κατώτατου μισθού από το ΙΝΕ-ΓΣΕΕ είναι 15% για φέτος, όταν η αντίστοιχη αύξηση που αποτολμά ο Μπάιντεν στις ΗΠΑ είναι 37%.

Η αύξηση του κατώτατου μισθού εκτιμάται ότι θα έχει πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα και άρα θετική επίδραση στην οικονομική δραστηριότητα, αφού θα ενισχύ­σει την εσωτερική ζήτηση, θα δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας (και άρα θα μειωθεί η ανεργία και η φτώχεια), θα αμβλύνει τις εισοδηματικές ανισότητες, θα συμβάλλει στη μείωση των διακρίσεων κατά των νέων και των γυναικών, και θα βγει η οικονομία από την ύφεση.

ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Βαρύ λογαριασμό καλείται να πληρώσει η Γερμανία για τη «βιβλική καταστροφή»

Ιστορικής κλίμακας καταστροφές στην Δυτική Γερμανία 1,3 δις ευρώ θα κοστίσει στην Γερμανία, με ένα πρώτο υπολογισμό, η βιβλική καταστροφή...

Αλ. Τσίπρας: Ως κυβέρνηση θα καταργήσουμε την ελάχιστη βάση εισαγωγής

Στην κατάργηση της ελάχιστης βάσης εισαγωγής αλλά και την δυνατότητα να καταθέσουν μηχανογραφικό δελτίο με τους φετινούς βαθμούς όσοι...

Ν. Κοτζιάς: «Περί βαθμών και ορίων εισαγωγής στα ΑΕΙ»

Η ανάρτηση του Ν. Κοτζιά  http://https://www.facebook.com/100049230365778/posts/352619196389090/ «Ρωτάνε: μα θέλετε ανθρώπους με βαθμούς κάτω από τη βάση να σπουδάζουν; Η ερώτηση...