Τρίτη 18 Ιανουαρίου 2022

Ευκαιρίες για ελληνικό ελαιόλαδο στην Αυστραλία, αλλά ακόμη οι εξαγωγές στα σπάργανα…

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Η Αυστραλία είναι ο 7ος μεγαλύτερος εισαγωγέας ελαιολάδου παγκοσμίως αλλά ενώ έχει μία από τις σημαντικότερες ελληνικές κοινότητες στον κόσμο και παρότι υπάρχουν, ακόμη και αμιγώς ελληνικά σούπερ μάρκετ, αγοράζει ελαιόλαδο κυρίως από την Ισπανία.

Το αξιοπερίεργο είναι πως ελάχιστα ισπανικά ελαιόλαδα είναι αντάξια των ελληνικών αλλά τα εγγενή προβλήματα του κλάδου, όπως η πολυδιάσπαση εταιρειών, δεν έχουν καταφέρει να διασφαλίσουν έναν ικανό όγκο παραγωγής ώστε να πάνε, όπως πρέπει και να τροφοδοτήσουν σε όγκο την αυστραλιανή αγορά.

Η ελληνική ομογένεια είναι συγκεντρωμένη κυρίως στη Μελβούρνη, το Σίδνεϊ και την Αδελαΐδα αλλά και σε άλλες πόλεις.

Η Αυστραλία αγοράζει πλέον σημαντικές ποσότητες ελαιολάδου

Σύμφωνα με ελληνική διπλωματική έκθεση, κατά την περίοδο 2014 έως 2020, οι εισαγωγές ελαιολάδου της Αυστραλίας κυμάνθηκαν από 22,8 έως και 36,6 χιλ. τόνους ετησίως. Κατά το 2020, οι εισαγωγές της Αυστραλίας ανήλθαν στους 36.558 τόνους, ποσότητα η οποία αντιστοιχεί στο 3,2% των παγκοσμίων εισαγωγών για το έτος.

Κατά την εξαετία 2014-2019, η εξέλιξη της κατανάλωσης του ελαιολάδου στην Αυστραλία έχει παρουσιάσει σταθερή αυξητική τάση, τόσο σε απόλυτα μεγέθη, όσο και συγκριτικά με τα περισσότερα άλλα βρώσιμα έλαια που διακινούνται στην αγορά. Σ’ αυτό το διάστημα, οι πωλήσεις ελαιολάδου αυξήθηκαν σε αξία κατά 17,4%.

Κατά την εξαετία 2019-2024, η κατανάλωση του ελαιολάδου στην Αυστραλία αναμένεται ότι θα δείξει ακόμη ισχυρότερη αυξητική τάση και οι πωλήσεις ελαιολάδου εκτιμάται ότι θα αυξηθούν περαιτέρω σε αξία κατά 21,0%.

Οι κυριότεροι προμηθευτές ελαιολάδου της Αυστραλίας κατά το 2020 ήταν η
Ισπανία με μερίδιο 79,7% επί του συνόλου, η Ιταλία με μερίδιο 11,2%, η Ελλάδα με
μερίδιο 4%, η Τουρκία με μερίδιο 1,5% και ο Λίβανος με μερίδιο 1,4%.ΛΑΔΙ

Η παραγωγή ελαιολάδου στην Αυστραλία

Η παραγωγή ελαιολάδου στην Αυστραλία ξεκίνησε σχεδόν πριν από διακόσια
χρόνια, όταν οι πρώτοι Ευρωπαίοι άποικοι έφεραν φυτικό υλικό στην Αυστραλία.

Παρά την καταλληλότητα του κλίματος για ελαιοκαλλιέργεια, η χρήση του
ελαιολάδου στη μαγειρική παρέμεινε περιορισμένη και οι γευστικές προτιμήσεις
των Αυστραλών στρέφονταν στο βούτυρο και τα σπορέλαια.

Τα τοπικά παραγόμενα ελαιόλαδα δεν ήταν ανταγωνιστικά σε σχέση με τα εισαγόμενα. Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο υπήρξε μεγάλη εισροή μεταναστών από τη Νότια Ευρώπη οι οποίοι ήταν εξοικειωμένοι με την χρήση του ελαιολάδου στην μαγειρική, αλλά η ανάπτυξη της
αυστραλιανής παραγωγής ελαιολάδου ξεκίνησε μόλις τη δεκαετία του 1980.

Το 2002 η παραγωγή ελαιολάδου της Αυστραλίας ήταν λιγότερο από 1 εκατομμύριο λίτρα. Μέσα σε μία εικοσαετία η παραγωγή προσέγγισε τα 20 εκατομμύρια λίτρα, παρουσιάζοντας ωστόσο ετήσιες διακυμάνσεις.

Κατανάλωση ελαιολάδου στην Αυστραλία

Η κατανάλωση ελαιολάδου στην Αυστραλία αυξήθηκε από 5.700 τόνους το 1983 σε 17.200 τόνους το 1993. Μέχρι το 2013 είχε αυξηθεί σε περίπου 45.000 τόνους, το οποίο αντιστοιχεί σε αύξηση της τάξης του 790% σε λίγο περισσότερο από δύο δεκαετίες. Η Αυστραλία καταναλώνει επί του παρόντος ποσότητα υπερδιπλάσια της ετήσιας παραγωγής της και είναι ο μεγαλύτερος καταναλωτής ελαιολάδου κατά κεφαλήν εκτός της Μεσογείου.

Η Αυστραλία συγκαταλέγεται μεταξύ των σημαντικότερων παγκοσμίων παραγωγών σε σειρά αγροτικών προϊόντων όπως το βοδινό κρέας, τα δημητριακά, το κρασί και η ζάχαρη, τα οποία έχουν και πολύ μεγάλη εξαγωγική παρουσία στις διεθνείς αγορές.

Στο πλαίσιο αυτό, η σημασία της ελαιοπαραγωγής στη συνολική αγροτική παραγωγή της χώρας είναι ακόμη περιορισμένη, ωστόσο ο κλάδος παρουσιάζει έντονη δυναμική κατά τις τελευταίες δεκαετίες.

Σχολιαστε το αρθρο

ΔΗΜΟΦΙΛΗ