Δευτέρα 18 Απριλίου 2022

To Τζαμί του Ερντογάν στην «καρδιά» του Κεμάλ

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Την παραμονή της 568ης επετείου από την Άλωση της Πόλης, στις 29 Μαϊου 1453, το  νέο τζαμί χτίστηκε μάλιστα ακριβώς μπροστά από την εκκλησία της Αγίας Τριάδας, τη μεγαλύτερη ελληνο-ορθόδοξη εκκλησία της Πόλης.

του Μιχάλη Ψύλου

Το είχε υποσχεθεί ο Ερντογάν ως δήμαρχος της Κωνσταντινούπολης πριν 27 χρόνια: Να κτίσει ένα τέμενος στην εμβληματική πλατεία Ταξίμ-στην παραδοσιακά κοσμική και φιλελεύθερη «καρδιά» της ευρωπαϊκής Κωνσταντινούπολης. Ένα τζαμί απέναντι από το Μνημείο της Ανεξαρτησίας (İstiklal Anıtı) με το άγαλμα του Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ. Ένα τζαμί που στόχο έχει να αποδομήσει με έναν Ισλαμικό συμβολισμό τον κοσμικό δρόμο που χάραξε ο ιδρυτής της σύγχρονης Τουρκίας. Την περασμένη Παρασκευή ,ο Τούρκος πρόεδρος εγκαινίασε με την πρώτη προσευχή το μεγάλο τζαμί της πλατείας Ταξίμ, επιλέγοντας προσεκτικά, αλλά και προκλητικά την ημερομηνία :

Την παραμονή της 568ης επετείου από την Άλωση της Πόλης, στις 29 Μαίου 1453, το  νέο τζαμί χτίστηκε μάλιστα ακριβώς μπροστά από την εκκλησία της Αγίας Τριάδας, τη μεγαλύτερη ελληνο-ορθόδοξη εκκλησία της Πόλης.

Η ημερομηνία των εγκαινίων του τεμένους συνέπεσε με την επέτειο των μεγάλων αντικυβερνητικών διαδηλώσεων στο γειτονικό πάρκο Γκεζί , το 2013, που κράτησαν τρεις εβδομάδες και κατεστάλησαν διά της βίας, με αποτέλεσμα  οκτώ διαδηλωτές να χάσουν τη ζωή ους και κάπου 9.000 να τραυματιστούν.

Ο Ερντογάν, μετά την προσευχή της Παρασκευής, δήλωσε ότι «εδώ και χρόνια, από την παιδική μου ηλικία, άκουγα να λένε: Δεν μπορείτε να το κάνετε. Αλλά ο Θεός όρισε εμάς να χτίσουμε αυτό το τζαμί». Όπως είπε μάλιστα προκλητικά, καθυστέρησε η ανέγερση του τεμένους λόγω των «τρομοκρατών που παρεμπόδισαν την κατασκευή του». Μια αναφορά στους διαδηλωτές ενάντια στην τσιμεντοποίηση του πάρκου  Γκεζί, εναντίον των οποίων το καθεστώς Ερντογάν δεν έχει σταματήσει ακόμη τις διώξεις: Δεκαέξι Τούρκοι διανοούμενοι και εκπρόσωποι οργανώσεων για τα ανθρώπινα δικαιώματα, που μετείχαν στις διαδηλώσεις, δικάστηκαν  για τρομοκρατία. Ανάμεσά τους και ο φιλάνθρωπος επιχειρηματίας Οσμάν Καβαλά, ο οποίος βρίσκεται στη φυλακή εδώ τρεισήμισι χρόνια.

Στη διάρκεια μάλιστα των διαδηλώσεων του Γκεζί, ο Ερντογάν απειλούσε συνεχώς τους κοσμικούς Τούρκους ότι θα χτίσει ένα τζαμί σε αυτήν τη γειτονιά. «Είτε τους αρέσει είτε όχι, θα χτίσουμε το τζαμί στο Ταξίμ», επαναλάμβανε συνεχώς ο Τούρκος πρόεδρος.

Αν και στην περιοχή Μπέγιογλου υπάρχουν περίπου 100 τεμένη και γύρω από την πλατεία Ταξίμ άλλα τρία, ο Ερντογάν με το νέο τζαμί προσπαθεί να πολώσει ακόμη περισσότερο την τουρκική κοινωνία ανάμεσα στους κοσμικούς και τους μουσουλμανικούς κύκλους, ελπίζοντας ότι θα καταφέρει να προσελκύσει γύρω του το ισλαμο-συντηρητικό τμήμα του πληθυσμού. Οσο και αν αυτή τη φορά η στρατηγική του Τούρκου προέδρου δεν φαίνεται αποδίδει,καθώς τα προβλήματα της οικονομίας είναι τεράστια, λόγω και της κακής διαχείρισης της πανδημίας.

Το Ισλάμ επαναπροσδιορίζει και την εξωτερική πολιτική

Η όλο και μεγαλύτερη ισλαμοποίηση της εσωτερικής πολιτικής του Ερντογάν, έχει φυσικά την αντανάκλασή της και στην εξωτερική πολιτική της Τουρκίας. Όπως λέει ο Τούρκος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κόβεντρι , Αχμέτ Ερντί Εζτούρκ , «ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν προσπαθεί να εμφανιστεί ως ηγέτης μιας παγκόσμιας μουσουλμανικής ummah (θρησκευτικής κοινότητας), επενδύοντας με το σουνιτικό Ισλάμ στη διαμόρφωση της εξωτερικής πολιτικής της Τουρκίας». 

Δεν είναι τυχαίες άλλωστε οι σχέσεις που καλλιεργεί το καθεστώς Ερντογάν με τους Αδελφούς Μουσουλμάνους στη Βόρεια Αφρική και τη Χαμάς στη Λωρίδα της Γάζας. Η εξωτερική πολιτική Ερντογάν «σηματοδοτεί ρήξη με την φιλοδυτική κληρονομιά της χώρας, η οποία υποστηρίχθηκε από τους ιδρυτές της δημοκρατίας», λέει ο καθηγητής Εζτούρκ.

«Η ατμόσφαιρα αυτή έχει ενθαρρύνει την τουρκική κυβέρνηση να αναλάβει μια εξωτερική πολιτική με στόχο να αποκτήσει ηγετικό ρόλο στη Μέση Ανατολή, πράγμα για το οποίο άλλες χώρες της Μέσης Ανατολής δεν είναι απαραίτητα πρόθυμες να αποδεχτούν. Και επέλεξε να βασιστεί σε στοιχεία που απαιτούν αλλαγή στην περιοχή, κυρίως στη Μουσουλμανική Αδελφότητα», λέει ο δρ Ιλτέρ Τουράν, καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στο Τμήμα Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου της Κωνσταντινούπολης Bilgi, σε συνέντευξή του στην  ΕΡΤ και την Αριάνα Φερεντίνου. «Αυτό έχει δημιουργήσει δυσφορία στην περιοχή», προσθέτει ο δρ Τουράν.

«Τα τελευταία δέκα χρόνια, οι πολιτικές του κυβερνώντος κόμματος  AKP οδήγησαν τον κόσμο να αντιληφθεί την τουρκική κυβέρνηση ως αρνητική, αυταρχική και επεκτατική» γράφει στην εφημερίδα Duvar, ο δημοσιογράφος Χανλάν Ουζγκέλ. «Η Τουρκία έχει πλέον αποξενωθεί από  τους συμμάχους της, είναι αντιμέτωπη με τις γειτονικές χώρες, έγινε μέρος σχεδόν όλων των συγκρούσεων και των διαφορών ,χωρίς να έχει σαφή στρατηγική εξόδου», προσθέτει.

Ο Ρόναλντ Μαϊνάρντους , επικεφαλής του παραρτήματος Κωνσταντινούπολης  του Ιδρύματος Φρίντριχ Νάουμαν που  πρόσκειται στους Γερμανούς Φιλελεύθερους (FDP), δηλώνει  επίσης  στην DW ότι «οι  σφοδρές ρητορικές επιθέσεις κατά του Ισραήλ και η μεροληπτική θέση της Άγκυρας στην παρούσα κρίση στην Μέση Ανατολή δεν προκαλούν έκπληξη: Αποτελούν σταθερές της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής των τελευταίων ετών. Η αλληλεγγύη με τους Παλαιστινίους δείχνει την αξίωση του Ερντογάν να γίνει ο αδιαφιλονίκητος προστάτης και ηγέτης των Μουσουλμάνων της περιοχής και ανά τον κόσμο».

Στρατιωτικοποίηση εξωτερικής πολιτικής

Η  ισλαμική, νεοαποικιακή εξωτερική πολιτική Ερντογάν αποκτά όμως όλο και πιο επιθετικά χαρακτηριστικά , με αποτέλεσμα να προωθείται όλο και περισσότερο η στρατιωτικοποίησή της. Ο καθηγητής Εζτούρκ ,επικαλούμενος πρόσφατα στοιχεία που δημοσίευσε το Διεθνές Ινστιτούτο Ειρήνης της Στοκχόλμης, σημειώνει ότι οι τουρκικές στρατιωτικές δαπάνες έχουν αυξηθεί κατά 86% τις τελευταίες δύο δεκαετίες, που κυβερνά τη χώρα ο Ερντογάν.  «Το δόγμα της Γαλάζιας Πατρίδας, το οποίο εισάγεται από την ευρασιατική πτέρυγα στρατιωτικών αξιωματούχων, είναι μια από τις κινητήριες δυνάμεις της στρατιωτικοποίησης της εξωτερικής πολιτικής της Τουρκίας» ,τονίζει ο Τούρκος καθηγητής και προσθέτει: «Αντί η Αγκυρα να χρησιμοποιεί ήπια  δύναμη , καταφεύγει  σε σκληρά μέτρα ,εμπλεκόμενη  σε στρατιωτικές συγκρούσεις, προκαλώντας τον πόλεμο και στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ. Αυτό σηματοδοτεί το τέλος της επονομαζόμενης εποχής των μηδενικών προβλημάτων με τους Γείτονες, που είχε χαράξει ο πρώην πρωθυπουργός Αχμέτ Νταβούτογλου».

Ήδη, τη στιγμή που όλες οι δυτικές δυνάμεις ετοιμάζονται να αποχωρήσουν από το Αφγανιστάν έως τις 11 Σεπτεμβρίου, ή ακόμα και πριν από τα τέλη Ιουλίου ,με βάση το επίσημο πρόγραμμα του Αμερικανού προέδρου Τζο Μπάιντεν και τη συμφωνία  με τους Ταλιμπάν, ο Ερντογάν δηλώνει πρόθυμος να αναβαθμίσει την τουρκική στρατιωτική παρουσία ,για την προστασία του αεροδρομίου της Καμπούλ.

Δύο «Δούρειοι Ιπποι»

Ο Ερντογάν ελπίζει επίσης σε δύο «συμμάχους» του στην Ευρωπαική Ενωση :Την Πολωνία και την Ουγγαρία, που μπορεί να αποδειχτούν «Δούρειοι Ιπποι» της Αγκυρας στους ευρωπαικούς και ατλαντικούς θεσμούς.

Η πρόσφατη επίσκεψη του Πολωνού προέδρου Αντρέι Ντούντα στην Τουρκία ,ενίσχυσε τη στρατιωτική συνεργασία των δύο χωρών με την αγορά από τη Βαρσοβία 24 μη επανδρωμένων τουρκικών Drones ,τύπου Bayraktar TB2, που κατασκευάζονται από εταιρεία που ανήκει στον γιο του Ερντογάν. Ταυτόχρονα, η Αγκυρα ελπίζει ότι η παραδοσιακά φιλο-αμερικανική Πολωνία θα μεσολαβήσει για την αποκατάσταση των σχέσεων του καθεστώτος Ερντογάν με την νέα διοίκηση Μπάιντεν στην Ουάσιγκτον.

Πολλές ελπίδες επενδύει όμως η  Τουρκία και στην  «ιδεολογικά συγγενή» Ουγγαρία του Βίκτορ Ορμπαν. Η Ουγγαρία ανέλαβε την προεδρία του Συμβουλίου της Ευρώπης στις 21 Μαίου και η Αγκυρα ελπίζει ότι θα αντιμετωπίσει πολύ λιγότερες πιέσεις σε ότι αφορά την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο εσωτερικό της Τουρκίας .

«Οι κινήσεις του Τούρκου προέδρου δεν είναι όμως ούτε αποτελεσματικές,  ούτε στρατηγικές» λέει ο Ρόναλντ Μαϊνάρντους. «Τα τελευταία χρόνια οι πολιτικές συνθήκες στην ευρύτερη περιοχή έχουν αλλάξει ριζικά. Η Τουρκία και ο φιλόδοξος πρόεδρός της δεν πρόλαβαν να προσαρμόσουν την πολιτική τους, με αποτέλεσμα όλο και περισσότερο να βρίσκονται σε πολιτική και διπλωματική απομόνωση. Ο μόνος γνήσιος σύμμαχος στον αραβικό κόσμο που τους έχει απομείνει σήμερα  στην Αγκυρα  είναι το Κατάρ

Σχολιαστε το αρθρο

ΔΗΜΟΦΙΛΗ