Τρίτη 19 Απριλίου 2022

Η ακροδεξιά της παραποίησης και του ψεύδους

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Η ακροδεξιά αγαπά την παράδοση, αλλά απεχθάνεται την αλλαγή και την ανατροπή

Η ακροδεξιά, όπως κάθε ιδεολογική μερίδα είναι πολλά πράγματα. Δεν αναφέρομαι σε συγκεκριμένο πολιτικό κόμμα αλλά σε ιδεολογικό ρεύμα, που σε κάθε περίπτωση εντοπίζεται στο συντηρητικό χώρο και αποτελεί πολιτικά τη ριζοσπαστική του εκδοχή. Είναι λοιπόν πολλά πράγματα. Ωστόσο ποτέ δεν έλειψε από το οπλοστάσιό της η σκόπιμη παραποίηση, και στην εποχή μαςη σκόπιμη παραγωγή και διάχυση παραποιημένων ειδήσεων και ψευδών ειδήσεων. Οι παραποιημένες ειδήσειςείναι τέτοιες ειδήσεις που παραποιούν τα γεγονότα. Δεν μιλάμε για τη διαφορετική ερμηνεία των γεγονότων, αλλά για την αλλοίωσήτους δια της προσθήκης ή της απαλοιφής προσώπων και σκηνικού των γεγονότων ή της μετάθεσής τους σε άλλο χρόνο και χώρο από αυτόν στον οποίο συντελέστηκαν.  Ακόμα, παραποιημένες είναι και οι ειδήσεις που χρησιμοποιούν τον καθιερωμένο δημοσιογραφικό τρόπο περιγραφής των γεγονότων, π.χ. το στόρι. Τον μιμούνται χωρίς να τον χρησιμοποιούν. Οι ψευδείς ειδήσεις διαφέρουν καθώς περιγράφουν γεγονότα που δεν έγιναν και είναι επινόηση ότι έγιναν εκείνου που πρώτη φορά λέει ότι έγιναν για να ενοχοποιήσει κάποιον ή κάποιους. Είναι ακόμα έργοεκείνου που στη συνέχεια αναπαράγει την επινόηση από προχειρότητα, αφέλεια, ή επειδή ταιριάζει με την οπτική του για τους υπεύθυνους.

Παραποιημένες ή και ψευδείς ειδήσεις, από προκατάληψη ή σκοπιμότητα θα συναντήσουμε σε όλο το ιδεολογικό πολιτικό φάσμα. Ωστόσο, όπως φαίνεται από μελέτες, ιδιαίτερα των αμερικανικών εκλογών το 2016, οι παραποιημένες ειδήσεις (αυτό που άλλοι αποκαλούν fake news) προτιμούν τους ακροδεξιούς,  για την ακρίβεια οι ακροδεξιά έχει να επιδείξει ιδιαίτερες επιδόσεις στο «αγώνισμα» της παραγωγής και διακίνησης παραποιημένων ειδήσεων ή άλλως, «ναρκωτικών» της πολιτικής και κοινωνικής σκέψης. Κι όταν λέμε ακροδεξιοί εννοούμε κυρίως τους υποστηρικτές ακροδεξιών πολιτικών ιδεών ή τα μέλη ακροδεξιώνφορέων,ενίοτε δε και τους ηγέτες αυτών των φορέων, όπως συνέβη στις πρόσφατα στις ΗΠΑ, στη Γαλλία, στην Ουγγαρία, στη Βραζιλία, στην Ελλάδα, αλλά και αλλού.

Η εξ αίματος σχέση ακροδεξιάς και παραποιημένων – ψευδών ειδήσεων ανιχνεύεταιπίσω στην πολιτική ιστορία αρκετών χωρών.  Σε ό,τι αφορά την Ελλάδα μπορούμε να την βρούμε στην κυκλοφορία του ψευδεπίγραφου Ριζοσπάστηαπό την Υπηρεσία Κρατικής Ασφαλείας του Μανιαδάκη. Μπορούμε να τη δούμε ξεκάθαρα στο «Σαμποτάζ του Έβρου» που οργάνωσε ο μετέπειτα δικτάτορας Παπαδόπουλος ή στην προβοκάτσια του Γοργοπόταμου. Πιο πρόσφατα μπορούμε να τη δούμε πεντακάθαρα στις χαλκευμένες πληροφορίες που δημοσιεύτηκαν μετ’ επιτάσεως εναντίον της συμφωνίας των Πρεσπών.

Στο εξωτερικό διακρίνεται επίσης πεντακάθαρα στην πυρπόληση του Ράϊσταγκ από τους ναζί και ακολούθως στην τελετουργική, δια της δημοσιότητας, επίρριψη της ευθύνης στους κομμουνιστές. Πιο πρόσφατα μπορούμε να την αντιληφθούμε στην θετική μετάδοση κάποιων Μέσων επικοινωνίας, των ισχυρισμών της Μαρί Λεπέν περί ευθύνης των μεταναστών στην αύξηση της εγκληματικότητας στη Γαλλία, κάτι που επίσης ήταν ιδιαίτερα έντονο και σε πολλά ελληνικά ΜΜΕ κατά τη διάρκεια της δεκαετίας 1990 και 2000.  Διακρίνεται το ίδιο ξεκάθαρα στην εκστρατεία για τα όπλα μαζικής καταστροφής που υποτίθεται ότι διέθετε ο Σαντάμ Χουσεΐν, προκειμένου να προετοιμαστεί και δικαιολογηθεί η βάρβαρη επιδρομή των ΗΠΑ στο Ιράκ το 2003. Ακόμα πιο πρόσφατα μπορούμε να παρατηρήσουμε τη σχέση ακροδεξιάς και παραποιημένων – ψευδών ειδήσεων  στα πρωτοσέλιδα των κίτρινων βρετανικών Μέσων που υιοθέτησαν ασμένως αν δεν παρήγαγαν πρώτα, την ξενοφοβική ρητορική του Φάραντζ.

Ουκ έστιν αριθμός λοιπόν των περιπτώσεων αυτής της εξ αίματος σχέσεως ακροδεξιάς και παραποιημένων – ψευδών ειδήσεων. Όμως πέρα από τη ιστορική ανδρομή,ακόμα μεγαλύτερη σημασία έχει η κοινωνιολογική ερμηνεία αυτής της σχέσης. Η απάντηση, αν και απαιτεί αρκετή αναζήτηση, είναι σχετικά απλή. Η  ακροδεξιά αγαπά τις παραποιημένες και ψευδείς ειδήσεις επειδή δεν αγαπά τα ανθρώπινα δικαιώματα, ιδιαίτερα στην οικουμενική τους εκδοχή. Η ακροδεξιά αγαπά την παράδοση, αλλά απεχθάνεται την αλλαγή και την ανατροπή. Η ακροδεξιά αγαπά την ιεραρχίακαι την πειθαρχία, αλλά απεχθάνεται την κοινωνική ισότητα, την κριτική και την αμφισβήτηση της κοινωνικής ανισότητας. Η ακροδεξιά αγαπά την εθνική «ισότητα», την πατριαρχία όχι τη χειραφέτηση τόσο των γυναικών και των παιδιών, όσο και των ανδρών από τις προκαταλήψεις της. Η ακροδεξιά αγαπά τη στολή και τον καταναγκασμό και μισεί την ατομικότητα, τη διαφορετικότητα στις περισσότερες εκδοχές της, ιδιαίτερα δε μισεί να είναι ίσοι οι διαφορετικοί στην εθνικότητα, στο φύλο, στη φυλή, στη θρησκεία, στο σεξουαλικό προσανατολισμό κοκ. Οι ακροδεξιοί είναι πολύ-ρατσιστές. Η ακροδεξιά είναι και ακραία εθνικιστική. Αγαπά τα «δικαιώματα του έθνους» αλλά νοιώθει άβολα με τα ανθρώπινα δικαιώματα όλων των ανθρώπων, ανεξαρτήτως των επιμέρους διαφορών τους, ακόμα και πρόκειται για τους πολίτες του ίδιου του εθνικού κράτους. Αδιαφορεί για τα δικαιώματα των ιδεολογικών της αντιπάλων, των αλλόθρησκων και των αλλόδοξων, των αλλοεθνών, των προσφύγων και μεταναστών, των αποκλεισμένων, συχνά των αναπήρων και πολλών άλλων.

Αρκετές από αυτές τις ιδέες τις ασπάζονται πολλοί. Δεν είναι όλοι ακροδεξιοί ούτε και φασίστες, αν και υπό ορισμένες περιστάσεις μπορεί να γίνουν.  Όμως οι ακροδεξιοί είναι όλα αυτά μαζί. Συχνά οι ακροδεξιοί δεν γνωρίζουν ότι είναι ακροδεξιοί, νομίζοντας πως είναι κάτι άλλο. Κι όταν αρνούνται τη Δημοκρατία (δηλαδή τα ανθρώπινα δικαιώματα) προγραμματικά και στην καθημερινή τους πρακτική γίνονται πλέον φασίστες. Η ακροδεξιά θα επικαλεστεί τα ανθρώπινα δικαιώματα είτε επιλεκτικά, είτε ως προπαγανδιστική στρατηγική για να επιτεθεί στους ιδεολογικούς της αντιπάλους που της χρεώνει ότι εκείνοι δεν τα σέβονται.

Ωστόσο στα ανθρώπινα δικαιώματα συγκαταλέγεται και η ελευθερία της γνώμης (πρβλ. Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ιδιαίτερα άρθρα 18, 19) κατά προέκταση η ελευθερία του Τύπου και η αξιόπιστη πληροφόρηση, η προγραμματική και έμπρακτη δυνατότητα άσκησης κριτικής. Αυτό το δικαίωμα είναι θεμελιώδες και ταυτόχρονα ουσιώδης προϋπόθεση για την άσκηση άλλων.  Σ’ αυτά ανήκει και το δικαίωμα των πολιτών να συμμετέχουν στις κοινωνικές και πολιτικές διεργασίες, το δικαίωμά τους να απαιτούν και προκαλούν κοινωνικές και πολιτικές μεταρρυθμίσεις προς την κατεύθυνση της ισότητας, της μεγαλύτερης ελευθερίας και δικαιοσύνης για τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα,  της χειραφέτησης όλων, του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων όλων, της ατομικότητας και των ατομικών επιλογών όλων κοκ. (πρβλ. Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ιδιαίτερα τα άρθρα 1,2,3 5, 12.1, 13, 14, 21, 23, 26).

Όμως αυτά τα δικαιώματα είναι που αποτελούν απειλή για τους ακροδεξιούς. Αποτελούν απειλή για τη ραχοκοκαλιά αλλά και για το «δέρμα» της ιδεολογίας τους και τα συμφέροντα των κοινωνικών στρωμάτων που υπηρετεί η ιδεολογία τους. Γι’ αυτό και οι  ακροδεξιοί έχουν βάλει στην καλλίτερη θέση της φαρέτρας τους τα βέλη εναντίον του δικαιώματος της ελεύθερης έκφρασης γνώμης, της αξιόπιστης πληροφόρησης, της ελευθερίας του Τύπου,εναντίον της οποίας επιτίθενται νομικά και πολιτικά όταν μπορούν, ή με την υπονόμευση και την απαξίωση της πληροφόρησης όταν δεν μπορούν. Διότι η υπονόμευση αυτού του δικαιώματος αποτελεί ουσιώδη προϋπόθεση για την υπονόμευση πολλών άλλων δικαιωμάτων εναντίον των οποίων είναι η ακροδεξιά. Γι’ αυτό και οι ακροδεξιοί αγαπούν ιδιαίτερα τις παραποιημένες και τις ψευδείς ειδήσεις.  Όσο δεξιότερα βρίσκεται ένα πλέγμα ιδεών τόσο περισσότερο χρησιμοποιεί παραποιημένες ειδήσεις με μεγαλύτερη ακόμα παρουσία εκείνη των ασύστολων ψευδών. «Λέγε, λέγε όλο κάτι και θα μείνει». «Όσο πιο εξωπραγματικό είναι ένα ψέμα, τόσο πιο πιθανό είναι να το πιστέψουν». Στην ακροδεξιά προπαγάνδα δεν έχει σημασία η αλήθεια αλλά η επικράτηση. Γι’ αυτό και δεν ορρωδεί προ της χρήσεως  παραποιήσεων και ψευδών, αλλά ακριβώς το αντίθετο.

Παλιότερα, η ακροδεξιά συνήθιζε τα ψεύδη στις ιστορικές αναφορές, στις πολιτικές περιγραφές και αναλύσεις, στις περιγραφές γειτονικών λαών, στις αφηγήσεις για τα λαϊκά στρώματα, για τους αλλόθρησκους, τους πολιτικούς αντιπάλους κ.λπ. Σήμερα ζούμε σε μια κοινωνία της ενημέρωσης, στην οποία η κυριότερη μορφή της πληροφορίας που καταναλώνουμε είναι οι ειδήσεις. Γι’ αυτό και η ακροδεξιά, επιδιώκοντας μια αποτελεσματική προπαγάνδα, την ντύνει με τον μανδύα των ειδήσεων.  Όπως στις «ειδήσεις» για τις μεταναστευτικές ροές, όπως στις «ειδήσεις» για τη συμφωνία των Πρεσπών ή όπως στις «ειδήσεις» για τον κορονοϊό.  Τον τελευταίο τον χρεώνει στους Κινέζους. Ο Τραμπ τον αποκαλούσε εμφατικά και προκλητικά ως «κινεζοϊό» και συνιστούσε την κατάποση χλωρίνης ως μέσου αντιμετώπισης του ιού. Τον χρεώνει επίσης στην τεχνολογική πρόοδο, στους εβραίους ως θρήσκευμα ή ως επιχειρηματίες, στο σατανά κοκ.Φανατικοί θρησκόληπτοι, πολιτικώς οργανικό τμήμα της ακροδεξιάς ιδεολογίας, υπερασπίστηκαν με λόγια και έργα την άποψη ότι στην εκκλησία κολλάς θεό δεν κολλάς κορονοϊό.Κι ας μην ξεχάσουμε ότι ακροδεξιοί καλόγεροι, ιδεολογικοί συγγενείς της πολιτικής ακροδεξιάς,  πετροβολούσαν λίγο πιο παλιά κεραίες κινητής ή πρωτοστατούσαν ακόμα παλιότερα σε σκοταδιστικές και βίαιες διαμαρτυρίες στο Χυτήριο, ή στην έκθεση Outllookτο 2003) κ.ά.

Στο πλαίσιο αυτό, η ακροδεξιά πολιτική νοοτροπία κάνει σήμερα και κάτι άλλο. Προσπαθεί να ταυτίσει την κριτική ή επιφυλακτική στάση απέναντι σε κάποιες επιστημονικές ή άλλες ερμηνείες για την προέλευση του ιού, ή στα μέτρα διαχείρισης της πανδημίας ή απέναντι σε συγκεκριμένα εμβόλια με όσους αρνούνται την ύπαρξη του ιού ή την αναγκαιότητα του εμβολιασμού, και οι οποίοι το πράττουν υιοθετώντας μεταφυσικές θεωρίες και θεωρίες  συνωμοσίας. Δηλαδή η ακροδεξιά, στην συγκεκριμένη περίπτωση προσπαθεί να εντάξει όσους υιοθετούν κριτική ή επιφυλακτική στάση προς κάποια πτυχή της πανδημίας και κυρίως της διαχείρισής της, στους «ψεκασμένους». Προσπαθεί να ταυτίσει τους κριτικά διακείμενους με τους αρνητές και τους «ψεκασμένους». Γιατί το κάνει; Είπαμε ήδη. Δεν την ενδιαφέρει η αλήθεια των πραγμάτων αλλά η επικράτηση. Κι αν αυτό έχει κόστος σε ελευθερίες και δικαιώματα, θεωρεί πως κάτι τέτοιο είναι ακόμη καλλίτερο.

Ωστόσο πρέπει να πούμε ξεκάθαρα ότι «ψεκασμένοι»  είναι όσοι αρνούνται τον ιό ή την αναγκαιότητα εμβολιασμού παρακινούμενοι από θεωρίες συνωμοσίας και αντιστρόφως. Όχι επειδή υιοθετούν κριτική ορθολογική στάση. Όποιος ταυτίζει την ορθολογική κριτική με τους ψεκασμένους, τον ανορθολογισμό και την αντιεπιστημονική στάση ρίχνει νερό στο μύλο των δεύτερων. Μια πιο αναλυτική ματιά στις πρόσφατες κυπριακές εκλογές ίσως τον βοηθήσει να καταλάβει κάποια πράγματα.Όσοι υιοθετούν μια ορθολογική τάση, αποδέχονται δηλαδή την ύπαρξη του ιού και της αναγκαιότητας εμβολιασμού, ανεξαρτήτως από τις επιμέρους διαφορές μεταξύ τους τους (πολιτικές, ιδεολογικές, θρησκευτικές κ.ά.) ή τις διαφορές τους αναφορικά με επιμέρους πτυχές στη διαχείριση της πανδημίας (μέτρα προστασίας, την ασφάλεια κάποιων εμβολίων κ.λπ.), βρίσκονται στην ίδια βάρκα. Όποιος δεν το συνειδητοποιεί κινδυνεύει με τις ενέργειές του να ανατρέψει τη βάρκα. Η φασιστική δεξιά θα βγει ωφελημένη από αυτό και οι μη φασίστες δεξιοί δεν θα εξαιρεθούν από τα βέλη της φασιστικής δεξιάς. Κάποιοι εξ αυτών έχουν ήδη ζήσει κατά την οξεία περίοδο της οικονομικής κρίσης.

Γιώργος Πλειός

Καθηγητής στο Τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ και Επισκέπτης Καθηγητής στο Τμήμα Κοινωνιολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών

Σχολιαστε το αρθρο

ΔΗΜΟΦΙΛΗ