Παρασκευή 14 Ιανουαρίου 2022

Η συγκλονιστική εξομολόγηση μιας γκαρσόνας για τις παραμονές Πρωτοχρονιάς

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Με ένα συγκλονιστικό της κείμενο, μία πρώην εργαζόμενη στην εστίαση, περιγράφει με γλαφυρό τρόπο τις εξαντλητικές και εξοντωτικές συνθήκες που βιώνουν οι εργαζόμενοι στον κλάδο αυτές τις γιορτινές μέρες. Μπορεί για κάποιους αυτή η περίοδος να είναι μέρες ξεκούρασης και διασκέδασης, για κάποιους άλλους όμως οι μέρες περνούν με ατελείωτες ώρες ορθοστασίας έχοντας να αντιμετωπίσουν κακότροπους εργοδότες και δύσκολες εργασιακές συνθήκες.

Μία τέτοια δύσκολη μέρα περιγράφει η ηθοποιός και stand up comedian, Ειρήνη Ξυγκάκη, μέσω ανάρτησής της στο facebook:

Ακολουθεί η ανάρτηση:

Δούλευα κάποτε σε ένα καφέ και ο ιδιοκτήτης μας είχε απλήρωτους. Προπαραμονή πρωτοχρονιάς έρχεται με το τζιπ του στο μαγαζί. Μας φωνάζει όλους έξω και μας βάζει να κουβαλήσουμε κάτι πράγματα στο αμάξι του από την αποθήκη. Ρωτάω κάποια στιγμή
”Ρε παιδιά τι κουβαλάμε;¨
”Μη ρωτάς μου λέει και κάνε αυτό που σου λένε”
Τώρα λίγο να με ξέρει κανείς, θα ξέρει πως αυτή η φράση από μόνη της μπορέι να με στείλει σε επίπεδα θυμού Hulk. Με τα πολλά κατάλαβα πως κουβαλούσαμε ποτά και φαγητά από το μαγαζί γιατί ο τύπος θα έκανε ρεβεγιόν στο σπίτι του με φίλους. Εμείς κουβαλούσαμε στο αμάξι του την ώρα που δουλεύαμε τα πράγματα για το πάρτυ του. Τα ναρκωτικά του πάρτυ του τα κουβάλησε μόνος του. Κύριος. Την παραμονή της πρωτοχρονίας δούλευα. Σταμάτησα στις έντεκα, άλλαξα χρονιά σε ένα μπαρ με μια φίλη. Εκεί ήταν πολλοί γνωστοί. Κυρίως σερβιτόρες και μπάμπαν που έκανα ο,τι κι εγώ. Άλλαζαν χρονιά στο πόδι πριν γυρίσουν για δουλειά. Ήταν και ένα αγαπημένος καθηγητής στη δραματική σχολή που φοιτούσα τότε. Καθίσαμε και μιλούσαμε για τον Μπέκετ. Όταν πήγε δώδεκα ο DJ έβαλε το βαλς των χαμένων ονείρων του Χατζιδάκη. Σηκωθήκαμε με τον καθηγητή και χορέψαμε το βαλς όσο άλλαζε ο χρόνος. Στη μία ξαναγύρισα για δουλειά, να σερβίρω τον κόσμο. Ο τύπος, ο αφεντικός, αφού έκανε το ρεβεγιόν στο σπίτι του ήρθε στο μαγαζί στις τέσσερις το πρωί, τίγκα στην κόκα, να μου κάνει φασαρία γιατί καθόμουν σε ένα σκαμπό, πτώμα στην κούραση. Από τη μύτη του έτρεχε το νοίκι μου και ένας απλήρωτος λογαριασμός μου της ΔΕΗ. Σε κάτι φίλους στην τουαλέτα κέρναγε τα απλήρωτα μου κοινόχρηστα. Όταν έβρισκα χρόνο πήγαινα κι εγώ στην τουαλέτα και έκλαιγα για να μην κάνω φόνο. Μετά ανέβαινα πάλι πάνω όπου έπρεπε να είμαι έξτρα χαρούμενη και να χαμογελάω λίγο παραπάνω μη τυχόν και χαλάσω τη διάθεση των πελατών που είχαν έρθει να διασκεδάσουν για τη νέα χρονιά.
Το υπόλοιπο προσωπικό δεν έδειχνε να ενοχλέιται. Μετά κατάλαβα πως τους κέρναγε κόκα όλο το βράδυ. Τους κοίταζα και σκεφτόμουν
“Εξοχικός δρόμος με δέντρο. Σούρουπο.
Εστραγκόν: Δε γίνεται τίποτα.
Βλαδίμηρος: Αυτό αρχίζω να πιστεύω κι εγώ”.
Ένας πελάτης γκρίνιαζε γιατί είχε αργήσει το ποτό του
“Η γκαρσόνα τα ξύνει” είπε σε ένα φίλο του
”Αλήθεια λες. Κι εγώ την φώναξα και μ’ έγραψε στ’ αρχίδια της”
“Η γκαρσόνα θα σε πιάσει από το λαιμό και θα σου φορέσει το φωτιστικό κολάρο” σκέφτηκα αλλά έπρεπε να βάλω το νοίκι την πρωτοχρονια και άλλαξα γνώμη. Το κοίταξα και του είπα
”Η αλήθεια είναι η πορδή της πλειοψηφίας” Δεν με άκουσε, κυρίως γιατί ούτε αυτό του το είπα. Συγγνώμη του είπα και του έφερα το ποτό του. Εκείνη τη χρονιά το new year’s resolution μου ήταν να μην ανεχτώ ξανά μαλακίες. Αν με ρωτάτε είναι καλό new year’s resolution. Ίσως το καλύτερο που έβαλα ποτέ. Σκεφτείτε το.

Σχολιαστε το αρθρο

ΔΗΜΟΦΙΛΗ