Δευτέρα 26 Σεπτεμβρίου 2022

Οι πολιτικές παρενέργειες των εμβολίων

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΤΩΡΑ

Τα ερωτήματα του τύπου «μήπως δεν αρέσουμε πρόεδρε;» καμιά χρησιμότητα δεν έχουν...

Του Δημήτρη Παπαθανασίου

Όσοι επιχείρησαν με όρους της μεταπολίτευσης να ερμηνεύσουν το πολιτικό γίγνεσθαι από το 2010 και μετά, εκτέθηκαν παταγωδώς. Το ίδιο και όσοι επιχείρησαν την ίδια περίοδο, με τους ίδιους όρους, να προβλέψουν πολιτικές εξελίξεις και να προεξοφλήσουν εκλογικά αποτελέσματα. Γελοιοποιήθηκαν κατ’ επανάληψη.

Οι αλλαγές που επέφεραν στον πολιτικό χάρτη της χώρας η κρίση και τα Μνημόνια, ήταν, εκτός από σαρωτικές και απρόβλεπτες. Φτάνει να δει κανείς με προσοχή τα αποτελέσματα των αναμετρήσεων στις κάλπες από το 2009 και δώθε για να διαπιστώσει ότι οι πολιτικοί συσχετισμοί ήταν και παραμένουν ιδιαιτέρως ρευστοί.

Είναι εντυπωσιακό, για παράδειγμα, ότι η πλέον ισχυρή κυβέρνηση των τελευταίων έξι εκλογικών αναμετρήσεων που ήταν με διαφορά αυτή του Γιώργου Παπανδρέου καθώς συγκέντρωσε το 2009 ποσοστό 43,92%, απεδείχθη και η πιο εύθραυστη. Το άλλοτε κραταιό ΠΑΣΟΚ, άγγιξε τα όρια της απόλυτης εξαΰλωσης τον Ιανουάριο του 2015 όταν συγκέντρωσε μόλις το 4,68% των ψήφων.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει επίσης, η εμφάνιση και η εξαφάνιση πολιτικών σχηματισμών που κατάφεραν να συγκεντρώσουν τέτοια ποσοστά στις κάλπες ώστε να διαδραματίσουν ρόλους κλειδιά στη διακυβέρνηση της χώρας. ΛΑΟΣ, ΔΗΜΑΡ, Ποτάμι, Χρυσή Αυγή, Ένωση Κεντρώων, ΑΝΕΛ, μπήκαν, βγήκα, εξατμίστηκαν.

Η ρευστότητα που παρατηρούνταν στο πολιτικό προσωπικό αλλά και στη βάση των ψηφοφόρων έδειξε να σταθεροποιείται  κατά κάποιο τρόπο με την έξοδο από τα Μνημόνια και τα σημάδια σημαντικής ανάκαμψης της ελληνικής οικονομίας. Σταθεροποίηση η οποία πολύ γρήγορα απεδείχθη παροδική, καθώς η υγειονομική κρίση αυτή τη φορά δείχνει να αλλάζει εκ νέου το πολιτικό σκηνικό.

Πολιτικά «αξιώματα» του παρελθόντος, όπως αυτό που θέλει τον λαό να συσπειρώνεται γύρω από την εκάστοτε εξουσία σε περιόδους μεγάλης κρίσης, φαίνονται να καταρρέουν. Γιατί πως να υποστηρίξει κανείς ότι υπάρχει συσπείρωση γύρω από την κυβέρνηση Μητσοτάκη όταν ένα δραματικά μεγάλο ποσοστό των πολιτών της χώρας, κόντρα στις κυβερνητικές επιταγές, αρνείται να εμβολιαστεί; Πως να υποστηρίξεις σήμερα τη «θεωρία» ότι από τη μεταπολίτευση και εντεύθεν οι πολίτες δίνουν πάντα δεύτερη ευκαιρία στις κυβερνήσεις, όταν από το 2009 καμία κυβέρνηση δεν κατάφερε να ολοκληρώσει τη θητεία της και να αποφύγει τις πρόωρες κάλπες;

Μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι τα εμβόλια γίνονται τα Μνημόνια της προηγούμενης περιόδου κι όσοι αρνούνται να εμβολιαστούν παίρνουν τη θέση των αγανακτισμένων; Ακούγεται και αυτό αλλά τέτοιου είδους συσχετισμοί αποτελούν υπέρτατη ακροβασία. Το βέβαιο όμως είναι ότι όσοι αντιδρούν στα εμβόλια, στην υποχρεωτικότητα, όσοι έχουν ενστάσεις περί βιοηθικής και περιορισμού δημοκρατικών ελευθεριών, είναι πολλοί, πάρα πολλοί. Και μπορεί ο πρωθυπουργός να έσπευσε να τους χαρακτηρίσει ψεκασμένους και τζαμπατζήδες, η αλήθεια όμως είναι ότι η αποτυχία του προγράμματος εμβολιασμών βαραίνει αποκλειστικά τον ίδιο.

Η ολοκληρωτική αποτυχία της κυβέρνησης στη διαχείριση της πανδημίας γίνεται κάθε μέρα και πιο εμφανής ενώ ταυτόχρονα, η δυσφορία που σωρεύεται στην ελληνική κοινωνία βαίνει αυξανόμενη καθώς προστίθενται συνεχώς κλάδοι και κοινωνικές ομάδες που αντιδρούν στις κυβερνητικές αποφάσεις και πολιτικές.

Στο εκρηκτικό αυτό σκηνικό που δημιουργείται κι ενώ οι εκτιμήσεις θέλουν την πλειονότητα του «κινήματος κατά των εμβολίων» να βρίσκεται πέριξ της δεξιάς πολυκατοικίας, ο μόνος που ως εκ θαύματος παραμένει αλώβητος, σύμφωνα με τους Έλληνες δημοσκόπους, είναι ο Μητσοτάκης. Ο πρωθυπουργός αποδεικνύεται συνεχώς ο αγαπημένος των δημοσκοπήσεων καταγράφοντας επιδόσεις εποχών προ πανδημίας. Τι κι αν τα ποιοτικά χαρακτηριστικά των ερευνών δείχνουν ανατροπές, τι κι αν οι μετρήσεις του Ευρωβαρόμετρου καταγράφουν δυσαρέσκεια και απογοήτευση ρεκόρ, η ΝΔ του Μητσοτάκη κρατάει γερά τη διαφορά από τον δεύτερο ΣΥΡΙΖΑ. Σαν να βλέπουμε σε επανάληψη το δημοσκοπικό έργο του 2010-2015.

Η αλήθεια όμως, είναι πως ο καταιγισμός των δημοσκοπήσεων και η συντριπτική μιντιακή και επικοινωνιακή υπεροπλία που διαθέτει το Μαξίμου, έχουν καταφέρει να πετάξουν την μπάλα στην αντίπαλη περιοχή. Ενώ η αναντιστοιχία πραγματικότητας και «κανονικότητας» με δυσκολία κρύβεται πλέον κάτω από το χαλί, φαίνεται να βρίσκει ακροατήριο εντός του ΣΥΡΙΖΑ η τεχνητή «εσωστρέφεια» που το μιντιακό κατεστημένο επιχειρεί να μεταδώσει.

Ουδείς ασχολείται εάν ο πρωθυπουργός αδυνατεί λόγω ισορροπιών να κάνει έστω κι έναν υποτυπώδη ανασχηματισμό, αν ο Σαμαράς βρίσκεται διαρκώς απέναντι, αν οι Καραμανλικοί μοιάζουν απηυδισμένοι, αν ένα σημαντικό κομμάτι των γαλάζιων βουλευτών βρίσκεται στα κάγκελα. Αντιθέτως, είναι πρόβλημα για την Κουμουνδούρου, οι «53», η «Ομπρέλα», οι προεδρικοί, η αυτοκριτική που δήθεν δεν έγινε, η μπριζόλα που έφαγε ο Τσίπρας…

Θα ήταν παράλογο σε ένα αριστερό κόμμα να μην καταγράφονται διαφωνίες, διαφορετικές θέσεις και απόψεις. Είναι παράλογο όμως για ένα κόμμα που θέλει να κυβερνήσει, οι διαφωνίες αυτές να κυριαρχούν στην ατζέντα. Κοιτώντας προς τα πίσω, στις εποχές που όπως προαναφέραμε πολιτικοί σχηματισμοί εξαϋλώνονταν, το ποσοστό του ΣΥΡΙΖΑ τον Ιανουάριο του 2015 ήταν 36,34%, το Σεπτέμβριο 35,46% και τον Ιούλιο του 2019, 31,53%. Η απόκλιση δηλαδή του ΣΥΡΙΖΑ πριν κυβερνήσει και του ΣΥΡΙΖΑ αφού κυβέρνησε, υπέγραψε Μνημόνιο και δέχθηκε τον πιο ανελέητο πόλεμο που δέχθηκε ποτέ κυβέρνηση, είναι -4,81%. Αντιλαμβάνεστε ότι τα ερωτήματα του τύπου «μήπως δεν αρέσουμε πρόεδρε;» καμιά χρησιμότητα δεν έχουν. Για πάρα πολλούς λόγους, με κυριότερο ότι πέφτουν στην παγίδα των δημοσκόπων. Οι οποίοι και πάλι θα εκτεθούν…

Σχολιαστε το αρθρο

ΔΗΜΟΦΙΛΗ