Πέμπτη 1 Δεκεμβρίου 2022

Κινδυνεύει ο ΣΥΡΙΖΑ από τις εκλογές στο ΚΙΝΑΛ;

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΤΩΡΑ

Τη δεκαετία του 1980, στο χώρο της γρήγορης εστίασης στην Ελλάδα, είχε αρχίσει να κυριαρχεί η ελληνική εταιρεία GOODY’S. Η οποία εκείνα τα χρόνια ανέπτυσσε ήδη ένα μεγάλο δίκτυο καταστημάτων σε όλη τη χώρα.

Κάποια στιγμή, έγινε γνωστή η είσοδος στην ελληνική αγορά του αμερικανικής προέλευσης, αλλά πολυεθνικής επέκτασης, κολοσσού στον χώρο, της MacDonald’s.

Συζητώντας λοιπόν τότε με τον Δνοντα Σύμβουλο της GOODY’S, τον Θεσσαλονικιό ιδρυτή της εταιρείας Γιάννη Διονυσιάδη, τον ρώτησα αν τον ανησυχεί ο ανταγωνισμός. Αν δηλαδή η είσοδος του πολυεθνικού κολοσσού θα έπαιρνε μερίδιο από την αγορά της GOODY’S και πως σκέφτονταν η ελληνική εταιρεία να απαντήσει στη μεγάλη πρόκληση.

Η απάντηση του Διονυσιάδη ήταν αναπάντεχη. Τουλάχιστον για την τρέχουσα αντίληψη.

«Δεν μας ανησυχεί η MacDonald’s», είπε. «Ίσα ίσα που περιμένουμε να μας κάνει καλό».

«Μα καλά», ανταπάντησα. «Μπαίνει στην αγορά ένας ισχυρός ανταγωνιστής, ο οποίος θα μοιραστεί το μερίδιο της αγοράς που σήμερα απολαμβάνει μόνη της η GOODY’S, με υπαρκτό κίνδυνο να μειωθεί σημαντικά το δικό σας μερίδιο και μου λες ότι θα σας κάνει και καλό;»

«Η είσοδος της γνωστής και καταξιωμένης MacDonald’s στην Ελλάδα θα ανοίξει την αγορά της γρήγορης εστίασης. Κι έτσι θα ωφεληθούμε κι εμείς που θα αυξήσουμε τις πωλήσεις μας», ήταν η απάντηση του έμπειρου manager της GOODY’S.

Τα χρόνια που πέρασαν έδειξαν ότι είχε δίκιο. Η GOODY’S συνέχισε να επεκτείνεται και να αναπτύσσεται στην Ελλάδα, παρά την είσοδο στην αγορά της MacDonald’s. Την οποία στο τέλος κατάφερε μέχρι και να παραγκωνίσει, καθώς είχε το πλεονέκτημα να προσφέρει στους πελάτες της, που αυξάνονταν με τα χρόνια, αυτό ακριβώς που ζητούσε η ελληνική αγορά. Καλή ποιότητα γρήγορου φαγητού δηλαδή και ανταγωνιστικά προϊόντα με την υψηλής στάθμης ελληνική κουζίνα.

Η αγορά λοιπόν πράγματι διευρύνθηκε με την είσοδο της αμερικανικής MacDonald’s και το συνολικό μερίδιο της γρήγορης εστίασης αυξήθηκε πολύ τα επόμενα χρόνια. Με συνέπεια να ωφεληθεί από αυτό το «άνοιγμα της αγοράς» και η ελληνική GOODY’S. Η οποία στο τέλος κατάφερε μέχρι και να επικρατήσει του πολυεθνικού κολοσσού.

Τη ιστορία αυτή τη θυμήθηκα αυτές τις μέρες με αφορμή τις εσωκομματικές εκλογές στο ΚΙΝΑΛ. Το οποίο παρουσιάζεται από τα, σε διατεταγμένη υπηρεσία υπέρ της κυβέρνησης Μητσοτάκη, κυρίαρχα ΜΜΕ της λίστας Πέτσα, σαν το αντίπαλο δέος του ΣΥΡΙΖΑ.

Οι λεγόμενοι διαμορφωτές της κοινής γνώμης, προσπαθώντας να αναβιώσουν το ΑντιΣΥΡΙΖΑ μέτωπο, σχολιάζουν τις εξελίξεις στα συστημικά κανάλια της λίστας Πέτσα, προσπαθώντας να παρουσιάσουν την ανάκαμψη του ΚΙΝΑΛ ως συρρίκνωση, αντίστοιχα, του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία.

Παρουσιάζουν δηλαδή τα δύο κόμματα του προοδευτικού χώρου σαν απολύτως ανταγωνιστικά και σαν το ένα να αναπτύσσεται σε βάρος του άλλου. Λες και ο προοδευτικός κόσμος της χώρας αθροίζεται στα ποσοστά των δύο αυτών κομμάτων στις εκλογές του 2019. Θεωρούν σαν δεδομένο δηλαδή ότι το άθροισμα 40% που έλαβαν και τα δύο στις τελευταίες εκλογές, είναι το ταβάνι της λεγόμενης προοδευτικής παράταξης στην Ελλάδα. Και συνεπώς ό,τι κερδίζει το ένα, το χάνει το άλλο.

Πέρα από τον προφανή φόβο του κυβερνητικού μετώπου και της οικονομικής ολιγαρχίας για τον ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία και τον Αλέξη Τσίπρα, η αντίληψη αυτή είναι φανερώνει στενομυαλιά, γιατί χάνει τη μεγάλη εικόνα του πολιτικού πεδίου στη χώρα.

Πρώτα γιατί οι υποστηρικτές αυτής της αντίληψης ξεχνούν σκοπίμως ότι κάποτε, επί Ανδρέα Παπανδρέου, αλλά και αργότερα, η Προοδευτική Παράταξη έφτασε να αγγίζει στις εκλογές το 50%. Χωρίς τις ψήφους των τότε χαμηλά ευρισκόμενων αριστερών κομμάτων, που αν προστεθούν κι αυτά, θα δώσουν ακόμη ένα 5% – 10% στο σύνολο των προοδευτικών ψηφοφόρων στη χώρα.

Δεύτερον γιατί ξεχνούν ότι η εκλογική αρένα το 2019, με την επιτυχημένη επικοινωνιακά καμπάνια με τις πολλές υποσχέσεις της ΝΔ του Μητσοτάκη, έγειρε την πλάστιγγα του εκλογικού αποτελέσματος προς τα δεξιά. Μια πραγματικότητα που η απογοήτευση από την κυβέρνηση Μητσοτάκη και η αποτυχία της τόσο στη διαχείριση της πανδημίας, όσο και στο οικονομικό πεδίο, θα ανατρέψει στις επόμενες εκλογές.

Και τρίτο, ξεχνούν οι εφευρέτες του ΑντιΣΥΡΙΖΑ μετώπου ότι στις τελευταίες εκλογές ένα σημαντικό μέρος των κάποτε προοδευτικών ψηφοφόρων, απογοητευμένο και καταπονημένο από τη λιτότητα των μνημονίων, δεν ήρθε καν να ψηφίσει, εκτινάσσοντας στα ύψη τα ποσοστά της αποχής.

Αυτές οι τρεις παρατηρήσεις κάνουν το ταβάνι των προοδευτικών ψηφοφόρων να ανεβαίνει πολύ πάνω από το 40% που το βλέπουν να παραμένει καρφωμένο όσοι υπηρετούν επικοινωνιακά το πολιτικό και οικονομικό κατεστημένο, ευρισκόμενοι σε διατεταγμένη υπηρεσία.

Μπορεί η πολιτική να μη μοιάζει και πολύ με την αγορά, όμως η ψυχολογία των πολιτών, είτε είναι πελάτες του χώρου της εστίασης, είτε ψηφοφόροι, έχει κοινά χαρακτηριστικά.

Η ανάκαμψη του ΚΙΝΑΛ όχι μόνο δεν πρόκειται να ζημιώσει τον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, αλλά αντίθετα, θα ενισχύσει την επιρροή των προοδευτικών ιδεών. Με αποτέλεσμα να διευρυνθεί κατά πολύ ο χώρος που το 2019 καταλάμβαναν τα δύο κόμματα μαζί.

Το μεγάλο στοίχημα λοιπόν του ΣΥΡΙΖΑ και του ΚΙΝΑΛ σήμερα δεν είναι να φαγωθούν μεταξύ τους, όπως το πολιτικό και οικονομικό κατεστημένο σχεδιάζει και επιδιώκει.

Το μεγάλο στοίχημα για τα δύο κόμματα της Κεντροαριστεράς και της Αριστεράς είναι να καταφέρουν, πατώντας στην αποτυχία της συντηρητικής παράταξης, να επαναφέρουν τους απογοητευμένους ψηφοφόρους που είτε πήγαν σπίτι τους, είτε εμπιστεύτηκαν προσωρινά στη Δεξιά, ελπίζοντας σε κάτι καλύτερο.

Με την έννοια αυτή και ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ και το ΚΙΝΑΛ μόνο να ωφεληθούν έχουν από την παρατηρούμενη αύξηση του μεριδίου που καταλαμβάνουν οι προοδευτικές ιδέες κι όχι να αλληλοφαγωθούν μεταξύ τους, μοιράζοντας τη φτώχεια του προοδευτικού χώρου, όπως αυτή καταγράφτηκε το 2019, εξ αιτίας συγκεκριμένων συνθηκών.

Και όπως συμβαίνει πάντοτε με τον πολιτικό ανταγωνισμό, είτε θα επικρατήσει το καλύτερο εκ των δύο κομμάτων, είτε θα επικρατήσουν και τα δύο, με μια προοπτική κυβερνητικής συνεργασίας που ευνοείται από την απλή αναλογική.

Η αντίδραση των ψηφοφόρων του ΚΙΝΑΛ στις προσπάθειες του πολιτικού και οικονομικού κατεστημένου που συντονισμένα προσπάθησε να χειραγωγήσει τον χώρο της Κεντροαριστεράς, ήταν απολύτως υγιής και πολλά υποσχόμενη.

Γύρισαν την πλάτη στον υποψήφιο που στήριζε το κατεστημένο και δεν «τσίμπησαν» το δόλωμα των ΜΜΕ και των δημοσκοπικών εταιρειών που έπεσαν οικτρά έξω στις προβλέψεις τους.

Το πολιτικό σκηνικό διαμορφώνεται ελπιδοφόρο για την Κεντροαριστερά και την Αριστερά στην Ελλάδα. Εκείνοι που έχουν να φοβηθούν από την αναβίωση των προοδευτικών ιδεών, είναι μόνο οι οπαδοί της συντήρησης. Που είχαν την ευκαιρία το 2019 και την έχασαν, αποτυγχάνοντας ως κυβέρνηση σε όλα τα επίπεδα και αποδεικνύοντας τη φτώχεια και την ιδιοτέλεια των δεξιών και νεοφιλελεύθερων ιδεών.

Το πολιτικό παιχνίδι αλλάζει. Το εκκρεμές αρχίζει να γέρνει προς τα αριστερά. Οι προοδευτικές ιδέες επανέρχονται στο προσκήνιο.

Αυτός που θα τις εκφράσει καλύτερα, πιο αυθεντικά και πιο πειστικά, θα είναι και ο μεγάλος νικητής των επόμενων εκλογών.

Και αυτό μόνο καλά προοιωνίζεται για τη χώρα και για τους πολίτες.

Σχολιαστε το αρθρο

ΔΗΜΟΦΙΛΗ